
Το ότι ο Marx πραγματεύεται στον ΙΙΙο τόμο του Κεφαλαίου την διαδικασία κυκλοφορίας, στο βαθμό που είναι υλική διαδικασία, ως στιγμή της συνολικής διαδικασίας παραγωγής ως ενότητας της άμεσης διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας, και στο βαθμό που είναι μη υλική διαδικασία ανταλλαγής, ως actus purus, φαίνεται άμεσα από προϋποθέσεις που εισάγει εκεί, όπως την ακόλουθη:
«Διασαφηνίστηκε (στο βιβλίο [στον τόμο] Π, κεφ. VI: Το κόστος κυκλοφορίας, [μέρη] 2 και 3), ως ποιο βαθμό σε ένα διανεμητικό σχήμα η βιομηχανία μεταφορών, η φύλαξη [= αποθήκευση] και η διανομή των εμπορευμάτων πρέπει να θεωρηθούν διαδικασίες παραγωγής, οι οποίες συνεχίζονται εντός της διαδικασίας κυκλοφορίας. Αυτές οι ενδιάμεσες περιπτώσεις του εμπορευματικού κεφαλαίου [Warenkapital]17 συγχέονται εν μέρει με τις αυθεντικές λειτουργίες του εμπορευτικού κεφαλαίου [kaufmännisches Kapital] ή επορευματεμπορικού κεφαλαίου [Warenhandlungskapital]·18 εν μέρει βρίσκονται στην πράξη συνδεδεμένες με τις αυθεντικές ειδικές λειτουργίες του, παρόλο που με την ανάπτυξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας η λειτουργία του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου (Kaufmannskapital] αναπτύσσεται και καθαρά, δηλ. ως χωριστή από εκείνες και αυτοδύναμη απέναντι σε εκείνες τις υλικές λειτουργίες λειτουργία.
Για τους [εδώ] σκοπούς μας, σύμφωνα με τους οποίους το ζήτημα είναι να προσδιορίσουμε την ειδική διαφορά αυτής της ιδιαίτερης μορφής του κεφαλαίου [του κεφαλαίου στην μορφή του ως εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου], πρέπει επομένως κατ' αφαιρετικόν τρόπο να μη λαμβάνουμε υπόψη μας εκείνες τις λειτουργίες [δηλ. τις λειτουργίες μεταφορών, φύλαξης και διανομής των εμπορευμάτων που επιτελεί επίσης το κεφάλαιο]. Στο βαθμό που εκείνο το κεφάλαιο που λειτουργεί μόνον στην διαδικασία κυκλοφορίας, ειδικά το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο, συνδέει εν μέρει εκείνες τις λειτουργίες με τις δικές του, δεν εμφανίζεται στην καθαρή μορφή του. Αφού πρώτα αφαιρέσουμε και του απομακρύνουμε εκείνες τις λειτουργίες έχουμε την καθαρή του μορφή»Η.
Είναι λοιπόν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι εδώ ο Marx προϋποθέτει τη θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως actus purus. Σύμφωνα με αυτήν την προϋπόθεση όλες οι υλικές και παραγωγικές λειτουργίες της κυκλοφορίας και κατά συνέπεια του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου (δηλ. αυτού που σήμερα ονομάζουμε εμπορικό κεφάλαιο) ανήκουν στην διαδικασία παραγωγής, η οποία ακριβώς ως εκ τούτου περιλαμβάνει και την διαδικασία κυκλοφορίας στο βαθμό που αυτή η τελευταία δεν είναι actus purus αλλά υλική διαδικασία παραγωγής, στον βαθμό δηλ. που επιτελεί τις παραπάνω υλικές λειτουργίες παραγωγής.
Η διαδικασία κυκλοφορίας και το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο που πραγματεύεται εδώ ο Marx είναι λοιπόν καθαρές αφαιρέσεις και δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματική διαδικασία κυκλοφορίας, η οποία, πέραν του ότι είναι διαδικασία ανταλλαγής, δηλ. μεταβίβασης δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί εμπορευμάτων, είναι κυρίως υλική διαδικασία παραγωγής, και με το πραγματικό εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο, το οποίο, πέραν του ότι διαμεσολαβεί τέτοιες μεταβιβάσεις in abstracto, παράγει υπηρεσίες χρησιμοποιώντας μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη. Έτσι γίνεται επίσης κατανοητό, γιατί ο Marx στο τέλος αυτού του κεφαλαίου γράφει: «Στην διαδικασία κυκλοφορίας όμως δεν παράγεται καμιά αξία, επομένως καν καμιά υπεραξία»20.
Όποιος δεν κατανόησε την προαναφερθείσα προϋπόθεση, μερικές σελίδες πριν, ερμηνεύει βέβαια αυτή τη φράση ως άποψη του Marx, σύμφωνα μ?; την οποία η απασχολούμενη στην κυκλοφορία εργασία είναι μη παραγωγική. Ξεχνώντας ότι η διαδικασία κυκλοφορίας, για την οποία πρόκειται εδώ, δεν απασχολεί καμιάν απολύτως εργασία, διότι θεωρείται όχι ως υλική διαδικασία αλλά ως actus purus. Αυτό φαίνεται καθαρότατα και από τις επεξηγήσεις του Marx που ακολουθούν αμέσως μετά την παρατεθείσα φράση. Γράφει ο Marx: «Πράγματι δεν συμβαίνει τίποτε άλλο από την μεταμόρφωση των εμπορευμάτων, η οποία ως τέτοια δεν έχει να κάνει τίποτα με την δημιουργία ή την μεταβολή της αξίας. Εάν κατά την πώληση του παραχθέντος εμπορεύματος πραγματώνεται μια υπεραξία, τότε [πραγματώνεται], επειδή αυτή η υπεραξία υπάρχει ήδη μέσα σ' αυτό.
Γι αυτό και κατά την δεύτερη πράξη, την επανταλλαγή του χρηματικού κεφαλαίου με εμπόρευμα (στοιχεία της παραγωγής), δεν πραγματώνεται καμιά υπεραξία από τον αγοραστή, αλλά εδώ απλώς δια της ανταλλαγής του χρήματος με μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη μπαίνει στο δρόμο η παραγωγή της υπεραξίας»21.
Την παραπάνω προϋπόθεση κάνει ο Marx στην αρχή του 18ου κεφαλαίου του ΠΙου τόμου του Κεφαλαίου, στο οποίο αρχίζει να πραγματεύεται και το ζήτημα αν η εργασία που απασχολεί το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο, δηλ. στην διαδικασία κυκλοφορίας, είναι παραγωγική ή μη παραγωγική εργασία. Υπό μια τέτοια προϋπόθεση είναι όμως αδύνατο να τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα. Διότι, πώς είναι δυνατόν να το πραγματευθεί κανείς όταν έχει ήδη προϋποθέσει την θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως actus purus, αφού η προϋπόθεση αυτή σημαίνει την θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως μιας διαδικασίας απογυμνωμένης απ' όλα τα υλικά της στοιχεία, ως μιας μη υλικής διαδικασίας, η οποία ως εκ τούτου δεν χρησιμοποιεί εργασιακή δύναμη και μέσα παραγωγής για να παράγει, αλλά συνίσταται στην in abstracto μεταβίβαση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί των εμπορευμάτων.
Το εν λόγω ζήτημα, το ζήτημα δηλ. αν η υπό το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο εργασία, η απασχολούμενη δηλ. στην διαδικασία κυκλοφορίας εργασία, είναι ή δεν είναι παραγωγική, μπορεί βέβαια να τεθεί μόνον εκεί, όπου η διαδικασία κυκλοφορίας θεωρείται ως αυτό που είναι στην πραγματικότητα, δηλ. ως υλική διαδικασία παραγωγής υπηρεσιών, στην οποία χρησιμοποιούνται μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη. Κι εδώ το ζήτημα είναι εύκολο να απαντηθεί: Στο βαθμό που αυτά τα μέσα παραγωγής έχουν λάβει την μορφή του κεφαλαίου, (συγκεκριμένα του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου), η εργασία αυτή είναι, ακριβώς ως υπαγμένη στο κεφάλαιο εργασία, παραγωγική, διαφορετικά, αν δηλ. αυτά τα μέσα παραγωγής δεν έχουν λάβει την μορφή του κεφαλαίου, μη παραγωγική εργασία.
Το πρόβλημα όμως είναι ότι εδώ ο Marx πολύ συχνά πραγματεύεται την διαδικασία κυκλοφορίας όχι, όπως ήταν η αρχική του πρόθεση, μόνον ως actus purus, αλλά και ως υλική διαδικασία παραγωγής, με συνέπεια να εμπλέκεται σε αντιφάσεις. Έτσι π.χ. αμέσως μετά το τελευταίο χωρίο που παραθέσαμε γράφει (θεωρώντας τώρα την διαδικασία κυκλοφορίας ως υλική διαδικασία παραγωγής η οποία χρειάζεται χρόνο για την διεκπεραίωση της): «Αντιθέτως. Στο βαθμό που αυτές οι μεταμορφώσεις κοστίζουν χρόνο κυκλοφορίας - χρόνο, κατά τον οποίο το κεφάλαιο δεν παράγει κι επομένως δεν παράγει και υπεραξία, αυτός ο χρόνος κυκλοφορίας είναι περιορισμός της δημιουργίας αξίας, και η υπεραξία θα εκφραστεί ως ποσοστό κέρδους ακριβώς σε αντίστροφη αναλογία προς την διάρκεια του χρόνου κυκλοφορίας [δηλ. το ποσοστό κέρδους θα μειούται με αυξανόμενο χρόνο κυκλοφορίας].
Γι αυτό το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο δεν δημιουργεί ούτε αξία ούτε υπεραξία, δηλ. όχι άμεσα. Στο βαθμό που συμβάλλει στην μείωση του χρόνου κυκλοφορίας, δύναται να βοηθήσει έμμεσα να αυξηθεί η από τον βιομηχανικό καπιταλιστή παραγόμενη αξία» κ.λπ., κ.λπ.21. Εδώ πρόκειται πλέον για μια θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως υλικής διαδικασίας. Ωστόσο εδώ δεν προκύπτουν ακόμη αντιφάσεις πέρα της μεθοδολογικής. Στην συνέχεια όμως ο Marx πέφτει σε αντιφάσεις που αφορούν τα ίδια τα πράγματα, επειδή, ενώ τώρα αναφέρεται πλέον στην διαδικασία κυκλοφορίας ως υλική διαδικασία, εξακολουθεί να την θεωρεί actus purus. H παρουσίαση τους και η ανάλυση τους θα απαιτούσε πολύ χώρο. Παραπέμπουμε τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη στο 17ο κεφάλαιο του ΙΙΙου τόμου του Κεφαλαίου. Το σημαντικό ωστόσο είναι ότι ο Marx έχει συνείδηση αυτών των αντιφάσεων. Τις αντιλαμβάνεται τουλάχιστον ως ζητήματα που δεν έχουν ακόμη ξεκαθαριστεί ή ως δυσκολίες της ανάλυσης που δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί, και των οποίων το ξεκαθάρισμα ή, αντιστοίχως, η λύση επαφίονται στο μελλοντικό ξαναδούλεμα της ύλης.
Έτσι κατά την θεώρηση του κόστους της κυκλοφορίας γράφει: «Το μόνο μέρος αυτού του κόστους που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το τοποθετημένο σε μεταβλητό κεφάλαιο». Και προσθέτει εντός παρενθέσεως: «(Εκτός αυτού θα έπρεπε [αργότερα] να διερευνηθεί: Πρώτον, πώς ο νόμος, σύμφωνα με τον οποίο μόνον αναγκαία εργασία εισέρχεται στην αξία του εμπορεύματος, επιβάλλει την ισχύ του στην διαδικασία κυκλοφορίας. Δεύτερον, πώς εμφανίζεται η επισώρευση στο εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο. Τρίτον, πώς λειτουργεί το εμπορευτικό κεφάλαιο στην πραγματική συνολική διαδικασία αναπαραγωγής της κοινωνίας)»22. Και τρεις σελίδες παρακάτω επίσης εντός παρενθέσεως: «(Πρέπει λοιπόν να διερευνηθούν τα εξής σημεία: το μεταβλητό κεφάλαιο τον εμπόρου· ο νόμος της αναγκαίας εργασίας στην κυκλοφορία· πώς η εμπορική εργασία διατηρεί την αξία του σταθερού κεφαλαίου της· ο ρόλος του εμπορευτικού κεφαλαίου στην συνολική διαδικασία αναπαραγωγής - τέλος ο αναδιπλασιασμός σε επορευματικό κεφάλαιο και χρηματικό κεφάλαιο αφενός και σε εμπορευματεμπορικό και χρηματεμπορικό κεφάλαιο αφετέρου)»23.
Τα περισσότερα από τα παραπάνω ζητήματα που δεν έχει ακόμη και προτίθεται να ξεκαθαρίσει αργότερα ο Marx, είναι ζητήματα, η αποσαφήνιση των οποίων αποτελεί προφανώς αναγκαία προϋπόθεση της διερεύνησης του ερωτήματος αν η απασχολούμενη στην κυκλοφορία εργασία είναι ή δεν είναι παραγωγική εργασία. Όπου λοιπόν προσπαθεί να απαντήσει ορισμένες όψεις αυτού του ερωτήματος και τις απαντά λανθασμένα και αντιφατικά, σημειώνει αμέσως ο ίδιος τις δυσκολίες που προκύπτουν από την αντιφατική του απάντηση. Π.χ.: «Όπως η απλήρωτη εργασία του εργάτη δημιουργεί στο παραγωγικό κεφάλαιο άμεσα υπεραξία, [έτσι] προμηθεύει η απλήρωτη εργασία των εμπορικών μισθωτών εργατών στο εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο [Handelskapital] μια μερίδα σ' αυτήν την υπεραξία.
Η δυσκολία είναι αυτή: Αφού ο χρόνος εργασίας και η εργασία του εμπόρου [εννοεί τον εργαζόμενο στο εμπόριο] η ίδια δεν είναι δημιουργούσα αξία εργασία, καίτοι του προμηθεύει μερίδα στην παραχθείσα υπεραξία, πώς έχει το πράγμα με το μεταβλητό κεφάλαιο, το οποίο προκαταβάλλει για την αγορά απασχολούμενης στο εμπόριο εργασιακής δύναμης; Πρέπει να συνυπολογιστεί αυτό το μεταβλητό κεφάλαιο ως προκαταβολή κόστους στο προκαταβληθέν εμπορευματικό κεφάλαιο; Αν όχι, τότε αυτό φαίνεται να αντιφάσκει στον νόμο της εξίσωσης του ποσοστού κέρδους· ποιος καπιταλιστής θα προκατέβαλε 150, εάν του επετρέπετο να λογαριάσει μόνον 100 ως προκαταβληθέν κεφάλαιο; Εάν, παρόλα αυτά, ναι, τότε αυτό φαίνεται να αντιφάσκει στην ιδιαίτερη ύπαρξη [Wesen] του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου, επειδή αυτό το είδος κεφαλαίου δεν λειτουργεί ως κεφάλαιο θέτοντας, όπως το βιομηχανικό κεφάλαιο, ξένη εργασία σε κίνηση, αλλά δουλεύοντας αυτό το ίδιο, δηλ. επιτελώντας τις λειτουργίες της αγοράς και της πώλησης, και ακριβώς λόγω αυτού και δι αυτού μεταβιβάζει στον εαυτό του ένα μέρος της υπεραξίας που παρήγαγε το βιομηχανικό κεφάλαιο»24. Και συνεχίζει με το χωρίο, το οποίο παραθέσαμε αμέσως πριν απ' αυτό εδώ και στο οποίο απαριθμεί τα σημεία που πρέπει να ξεκαθαρίσει για να ξεπεράσει αυτή τη δυσκολία.
Οι αντιφάσεις, στις οποίες πέφτει εδώ το Marx, προκύπτουν όλες από την αντίφαση, ότι «η απλήρωτη εργασία... των εμπορικών υπαλλήλων, καίτοι δεν δημιουργεί αξία, δημιουργεί... [στον έμπορο καπιταλιστή]... την ιδιοποίηση υπεραξίας [η οποία παρήχθη από το βιομηχανικό κεφάλαιο]...»". Η αντίφαση γίνεται εμφανής, αν σκεφτεί κανείς, πώς είναι δυνατόν ο έμπορος να παίρνει υπεραξία που δεν παρήγαγαν οι εργάτες του. Υπό την προϋπόθεση ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται στις αξίες τους δυο δυνατότητες υπάρχουν: Ή πουλάει το εμπόρευμα σε μια αξία μεγαλύτερη απ' αυτήν που αυτό έχει (και η οποία εδώ, που οι μισθωτοί εργάτες του εμπόρου δεν παράγουν κατά τον Marx νέα αξία και υπεραξία, είναι ίση με την αξία. την οποία πλήρωσε ο έμπορος στον βιομήχανο) ή ο βιομήχανος πούλησε στον έμπορο το εμπόρευμα κάτω από την αξία του και αυτός το πουλάει τώρα στην αξία του26. Και στις δύο περιπτώσεις θα είχαμε όμως μια ανταλλαγή, η οποία δεν θα ήταν ανταλλαγή ισοδυνάμων.
Απ' αυτήν την αντίφαση προκύπτουν όλες οι άλλες: Ότι μια συγκεκριμένη χρήσιμη παράγουσα εμπορεύματα εργασία δεν δημιουργεί αξία. Ότι μια συγκεκριμένη χρήσιμη μισθωτή και υπαγμένη στο κεφάλαιο εργασία δεν δημιουργεί υπεραξία, ότι υπάρχει ένα είδος κεφαλαίου, το βιομηχανικό, το οποίο είναι παραγωγικό, παράγει δηλ. υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, και ένα άλλο είδος κεφαλαίου, το εμπορευματικό, το οποίο δεν είναι παραγωγικό, δεν παράγει δηλ. υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος - καίτοι η υπεραξία ή, αντιστοίχως, το κέρδος είναι «καρπός» κάθε μέσου παραγωγής που χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη, δηλ. του κεφαλαίου γενικά, και παράγει εμπορεύματα ανεξάρτητα από το είδος της αξίας χρήσης, στην οποία συνίστανται αυτά τα εμπορεύματα, καίτοι δηλ. η υπεραξία ή, αντιστοίχως, το κέρδος είναι «καρπός» του κεφαλαίου εν γένει. Ότι ένας τομέας (ο βιομηχανικός) παίρνει λιγότερα απ' ό,τι παρήγαγε, κι ένας άλλος (ο τομέας του εμπορίου) παίρνει κάτι που δεν παρήγαγε καθόλου, καίτοι έχουμε εμπορευματική παραγωγή και έτσι ό,τι παράγει ένας τομέας αυτό και παίρνει και ό,τι παίρνει αυτό και παράγει.
Τελικά όμως ο Marx κλείνει το 17ο Κεφάλαιο του ΙΙΙου τόμου του Κεφαλαίου, λέγοντας παρόλα αυτά το ορθό: «Στο βιομηχανικό κεφάλαιο το κόστος κυκλοφορίας εμφανίζεται ως, και είναι για αυτό το κεφάλαιο, κόστος χωρίς ουσιώδη λόγο [Unkosten]. Στον έμπορο εμφανίζεται το κόστος κυκλοφορίας ως πηγή του κέρδους του, το οποίο - υπό την προϋπόθεση ενός γενικού ποσοστού κέρδους - είναι ανάλογο του μεγέθους αυτού του κόστους. Ως εκ τούτου η δαπάνη που έχει να κάνει το εμπορευτικό κεφάλαιο για αυτό το κόστος είναι για αυτό το κεφάλαιο παραγωγική τοποθέτηση. Επομένως και η εμπορική εργασία [η εργασία των εμπορικών υπαλλήλων], την οποία αγοράζει, είναι για αυτό το κεφάλαιο άμεσα παραγωγική»27.
Πολλοί αρέσκονται να συνθέτουν απόψεις, τις οποίες αποδίδουν στον ίδιο τον Marx, από λάθη του. Όπως όμως γνωρίζουμε από την λογική, από λάθος προκύπτει ο,τιδήποτε. Ο ορθός τρόπος ανάγνωσης του Marx όχι μόνον όσον αφορά το εν λόγω ζήτημα, αλλά γενικά, και όχι μόνον της ανάγνωσης του Marx, είναι αυτός, τον οποίον συνιστά ο Adorno για την ανάγνωση του Hegel: να δίνει κανείς προσοχή στην μεμονωμένη φράση, αλλά έχοντας κατά νου το όλον.
Μια ακόμη πηγή παρανόησης των μαρξικών απόψεων για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία είναι και η ελλιπής ανάγνωση και κατανόηση των όσων γράφει ο Marx για παραγωγική και μη παραγωγική εργασία στο Ιο Μέρος των θεωριών για την υπεραξία. Ο Marx των θεωριών για την υπεραξία έχει τις ίδιες - και εξίσου ξεκάθαρες - απόψεις για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία με τον Marx του Ιου τόμου του Κεφαλαίου και των Αποτελεσμάτων της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. Μόνον που εδώ δεν αναπτύσσει τις ίδιες τις δικές του απόψεις, αλλά υποβάλλει βάσει των δικών του τις απόψεις προγενέστερων του οικονομολόγων σε κριτική θεώρηση. Η ανάγνωση αυτής της θεώρησης δημιούργησε και δημιουργεί σε ορισμένους αναγνώστες δυσκολίες για τους ακόλουθους δυο λόγους:
Πρώτον, διότι ο Marx χρησιμοποιεί εδώ, όπως συχνά και αλλού, την ίδια τη γλώσσα του κρινόμενου. Έτσι όσοι δεν κατανοούν την ρεαλιστική και συγχρόνως ειρωνική λειτουργία αυτού του τρόπου κριτικής διένεξης με ένα ξένο κείμενο εκλαμβάνουν την ρεαλιστική ειρωνική ιδιοποίηση και χρήση της γλώσσας του κειμένου απ' αυτόν που το παρουσιάζει κριτικά ως συμφωνία του τελευταίου με το περιεχόμενο του κειμένου. Επιπροσθέτως, ο Marx εδώ, επειδή οι θεωρίες για την υπεραξία είναι σημειώσεις εργασίας και κείμενο με αποδέκτη τον ίδιο το συγγραφέα του, κείμενο δηλ. διένεξης του ίδιου του συγγραφέα με το υλικό του, η οποία αποσκοπεί στην κατανόηση του απ' αυτόν τον ίδιο, κι όχι παρουσίαση ενός ήδη ξεκαθαρισμένου υλικού για τον αναγνώστη, χρησιμοποιεί, προφανώς χάριν απλούστευσης και συντομίας, μια και το κείμενο είναι ένα κείμενο δι ιδίαν κατανόησιν του αντικειμένου κι έτσι δεν τίθεται θέμα παρανόησης από μέρους του ανύπαρκτου ακόμη αναγνώστη, όχι πάντα, όταν εκθέτει ξένες απόψεις, τον συνήθη στη γερμανική γλώσσα πλάγιο λόγο (indirekte Rede), ο οποίος δηλοί, ότι οι εκτιθέμενες δεν είναι οι απόψεις του γράφοντος αλλά ξένες απόψεις, που εκτίθενται είτε ουδέτερα είτε με την ταυτόχρονη έκφραση αμφιβολίας ως προς την ορθότητα τους.
Συνήθως ο πλάγιος λόγος χρησιμοποιείται σε μια ή δυο προτάσεις ή σε μια περίοδο. Όταν οι ξένες απόψεις που πρόκειται να παρατεθούν απαιτούν περισσότερες περιόδους, ή τον εγκαταλείπει κανείς και περιορίζεται σε ενδείξεις του τύπου «κατά τον», «σύμφωνα με τον» ή παραλείπει κι αυτές τις τελευταίες ως ευκόλως εννοούμενες από τον αναγνώστη. Το τελευταίο κάνει εδώ και ο Marx.
Οι θεωρίες για την υπεραξία περιέχουν ωστόσο και αντιφατικές «εφαρμογές» των ορθών απόψεων του Marx για παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Γι αυτές τις αντιφατικές «εφαρμογές» ισχύει ό,τι ελέχθη παραπάνω για τις ανάλογες αντιφατικές «εφαρμογές» που περιέχονται στον ΠΙο τόμο του Κεφαλαίου. (Τέτοιες «εφαρμογές» περιέχονται διάσπαρτες και στα Grundrisse, αλλά και στο κεφάλαιο 6 του Που τόμου του Κεφαλαίου).
Δεν πρόκειται όμως εδώ μόνον για παρανοήσεις απόψεων του Marx συνεπεία ελλιπούς ανάγνωσης και κατανόησης των αντιστοίχων γραπτών του. Διότι οι έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας στον καπιταλισμό είναι αντικειμενικές έννοιες. Έτσι - και στο βαθμό που ο Marx τις κατανοεί, όπως νομίζουμε, ορθά - δεν πρόκειται απλώς για μια παρανόηση των αντιστοίχων απόψεων του Marx, αλλά για πλάνες σχετικά με το ίδιο το αντικειμενικό περιεχόμενο αυτών των εννοιών. Ας μην ξεχνάμε, ότι τις έννοιες αυτές δεν τις εισήγαγε στην οικονομική επιστήμη πρώτος ο Marx.
Η κυριότερη πλάνη συνίσταται στην άποψη ότι η παραγωγική και η μη παραγωγική εργασία δεν προσδιορίζονται κοινωνικά από τις κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες καταβάλλεται, αλλά υλικά από το είδος των αξιών χρήσης που παράγουν. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Marx «η κακή συνήθεια, να ορίζει κανείς την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία δια του υλικού της περιεχομένου, προέρχεται από τρεις πηγές.
1. Η χαρακτηριστική για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και πηγάζουσα από την ουσία του φετιχιστική θεώρηση, η οποία βλέπει οικονομικές μορφικές προσδιοριστικότητες, όπως το να είναι κάτι εμπόρευμα, το να είναι κάτι παραγωγική εργασία κ.λπ., ως ιδιότητα προσήκουσα στους υλικούς· φορείς αυτών των μορφικών προσδιοριστικοτήτων ή κατηγοριών αυτούς καθεαυτούς.
2. Ότι, θεωρώντας την διαδικασία εργασίας ως τέτοια, παραγωγική είναι εκείνη μόνον η εργασία, η οποία καταλήγει σε ένα προϊόν (υλικό προϊόν, μια κι εδώ πρόκειται μόνον για υλικό πλούτο).
3. Ότι στην πραγματική διαδικασία αναπαραγωγής - θεωρουμένων των πραγματικών της στιγμών υφίσταται ως προς την δημιουργία κ.λπ. του πλούτου
μια μεγάλη διαφορά μεταξύ της εργασίας, η οποία παριστάνεται σε αναπαραγωγικά είδη [,] και άλλης [εργασίας], η οποία παριστάνεται σε απλά luxuries [πολυτελή είδη]»28.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η κυρίαρχη σήμερα άποψη, ότι κατά τον Marx παραγωγική είναι η εργασία, που δαπανάται στην υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής· και μη παραγωγική η εργασία, που δαπανάται στην διαδικασία κυκλοφορίας, όπου η υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής νοείται ως διαδικασία παραγωγής υλικών αξιών χρήσης και η διαδικασία κυκλοφορίας ως διαδικασία παραγωγής μη υλικών αξιών χρήσης, δηλ. υπηρεσιών.
Αν αυτή η άποψη ήταν ορθή, τότε ο Marx θα όριζε την παραγωγική και την μη παραγωγική εργασία με κριτήριο το είδος των αξιών χρήσης που αυτή παράγει, πράγμα όμως που όχι μόνον δεν κάνει, αλλά και υποβάλλει σε λεπτομερή κριτική στα Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής.
Η παραπάνω εσφαλμένη άποψη στηρίζεται και σε μια ακόμη παρανόηση μαρξικών εννοιών, στην παρανόηση των όρων πραγματική ή υλική παραγωγή, πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής, και διαδικασία κυκλοφορίας.
Όταν ο Marx ομιλεί για την πραγματική ή υλική παραγωγική ή για την πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής δεν εννοεί την διαδικασία υλικών αγαθών σε αντιδιαστολή προς την διαδικασία παραγωγής υπηρεσιών, αλλά την διαδικασία παραγωγής αξιών χρήσης εν γένει - υλικών αξιών χρήσης ή υπηρεσιών - σε αντιδιαστολή προς αυτή την ίδια διαδικασία ως διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής κοινωνικών σχέσεων και συγκεκριμένα σχέσεων παραγωγής30. Με πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής εννοεί την κατά τον τρόπο που περιγράψαμε παραπάνω απλοποιημένη (απλοποιημένη δηλ. ως προς το ότι προϋποθέτει, ότι κάθε παραγωγός πουλά στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή) διαδικασία παραγωγής.
Πραγματική ή υλική ονομάζει αυτήν την διαδικασία όχι επειδή παράγει δήθεν μόνον υλικές αξίες χρήσης, αλλά επειδή είναι μια πραγματική υλική διαδικασία, δηλ. μια διαδικασία που χρησιμοποιεί εργασιακή δύναμη και ύλες για να παράγει ό,τι παράγει (υλικά αγαθά και υπηρεσίες). Και άμεση την ονομάζει, επειδή την πραγματεύεται αφαιρετικά ως διαδικασία των άμεσων μόνον προϊόντων της, των αξιών χρήσης που παράγει, κι όχι ως διαδικασία παραγωγής των εμμέσων προϊόντων της, δηλ. των σχέσεων παραγωγής.
Επίσης, όταν ο Marx ομιλεί για την διαδικασία κυκλοφορίας δεν εννοεί πάντα τα μέρη της πραγματικής ή υλικής ή άμεσης διαδικασίας παραγωγής, τα οποία αναφέρονται σ' αυτό που η προεπιστημονική αντίληψη των πραγμάτων ονομάζει «κυκλοφορία», δηλ. στο εμπόριο κ.λπ., αλλά συχνά την διαδικασία κυκλοφορίας ως actus purus, δηλ. ως σύνολο των πράξεων ανταλλαγής. Όπως ακριβώς, όταν λέει, ότι η αξία και η υπεραξία δεν παράγονται στην κυκλοφορία, αλλά στην παραγωγή και πραγματώνονται μόνον στην κυκλοφορία, δεν εννοεί ότι μόνον η υλική παραγωγή και εμπόριο ή ο τομέας των υπηρεσιών, δηλ. η «κυκλοφορία», παράγει αξία και υπεραξία, αλλά απλώς, ότι κατά την ανταλλαγή ως actus purus δεν πραγματώνεται καμιά αξία και υπεραξία που δεν έχει προηγουμένως παραχθεί στη διαδικασία παραγωγής υλικών αγαθών και υπηρεσιών, δηλ. ότι κατά την ανταλλαγή ως actus purus δεν παράγεται καμιά νέα αξία και υπεραξία (πράγμα αυτονόητο βέβαια, διότι κατ' αυτήν την ανταλλαγή δεν ξοδεύεται εργασιακή δύναμη και δεν παράγεται κανένα προϊόν).
Όταν ο Marx ομιλεί για πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής και για διαδικασία κυκλοφορίας ως για δυο χωριστές διαδικασίες, πρόκειται για αναλυτικές, αν θέλετε, έννοιες, οι οποίες δεν αντιστοιχούν σε δυο υπαρκτές διαφορετικές διαδικασίες. Γι αυτό και δεν επιτρέπεται να τις οντοποιεί κανείς, όπως γίνεται στην παραπάνω εσφαλμένη άποψη, σύμφωνα με την οποία η διαδικασία παραγωγής είναι μια διαδικασία παραγωγής υλικών, ενώ η διαδικασία κυκλοφορίας μια διαδικασία μη υλικών αγαθών. Δεν υπάρχουν δυο τέτοιες χωριστές διαδικασίες.
Μόνον στην μαρξική συνολική διαδικασία παραγωγής ως ενότητα τηξ διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας αντιστοιχεί μια υπαρκτή, πραγματική διαδικασία: η διαδικασία παραγωγής υλικών αγαθών και υπηρεσιών, η οποία συμπεριλαμβάνει πέραν της άμεσης διαδικασίας παραγωγής (στην οποία ο Marx προϋποθέτει απλουστευτικά, ότι όλοι οι παραγωγοί πουλούν άμεσα οι ίδιοι στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή) και την διαδικασία «κυκλοφορίας» (την διαδικασία παραγωγής των τομέων της «κυκλοφορίας»), κατά την θεώρηση της οποίας λαμβάνεται δηλ. υπόψη και το γεγονός, ότι δεν πουλάει κάθε παραγωγός άμεσα στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή, και επομένως και το σύνολο των αντιστοίχων πραγματικών υλικών πράξεων ανταλλαγής.
Η διαδικασία αυτή, όταν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη πραγματική καπιταλιστική κοινωνία, παράγει τόσο καπιταλιστικά εμπορεύματα, όσο και αξίες χρήσεις, οι οποίες ή δεν είναι καθόλου εμπορεύματα ή είναι απλά εμπορεύματα, και συνεπώς χρησιμοποιεί τόσο παραγωγική εργασία (για την παραγωγή καπιταλιστικών εμπορευμάτων), όσο και μη παραγωγική εργασία (για την παραγωγή είτε αξιών χρήσης, που δεν •είναι εμπορεύματα, είτε αξιών χρήσης που είναι απλά εμπορεύματα) - αδιάφορο τι είδους αξίες χρήσης, υλικά αγαθά ή υπηρεσίες παράγει το καθένα απ' αυτά τα δύο είδη εργασίας.
Έτσι ένας τομέας παραγωγής είναι παραγωγικός, όταν χρησιμοποιεί παραγωγική; και μη παραγωγικός, όταν χρησιμοποιεί μη παραγωγική εργασία, δηλ. παραγωγικός, όταν είναι υπαγμένος, και μη παραγωγικός, όταν δεν είναι υπαγμένος στο κεφάλαιο.
Οι τομείς παραγωγής σχηματίζονται με συμβατικά κριτήρια. Το συνηθέστερο απ' αυτά είναι το είδος του τελικού προϊόντος του τομέα. Γι αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι υπάρχουν τομείς που χρησιμοποιούν παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Διότι αυτό σημαίνει απλώς ότι οι τομείς αυτοί έχουν, σύμφωνα με το παραπάνω κριτήριο, συντεθεί από μονάδες παραγωγής, στις οποίες η εργασία είναι, και από μονάδες παραγωγής, στις οποίες η εργασία δεν είναι υπαγμένη στο κεφάλαιο. Ένας τέτοιος τομέας είναι π.χ. ο αγροτικός τομέας.
Ας παρατηρήσουμε τέλος, ότι, όπου ο Marx προϋποθέτει την συνολική διαδικασία παραγωγής ως ενότητα της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας, προϋποθέτει και την διαδικασία κυκλοφορίας ως actus purus, ως μη υλική διαδικασία μεταβίβασης ιδιοκτησίας, κι όχι ως υλική διαδικασία παράγων;
γης αξιών χρήσης που παράγονται στη σφαίρα της κυκλοφορίας, δηλ. στους τομείς παραγωγής εμπόριο, πίστη, υπηρεσίες κ.λπ., διότι αυτή η τελευταία συμπεριλαμβάνεται τώρα στη συνολική διαδικασία παραγωγής ως ενότητα της διαδικασίας παραγωγής και κυκλοφορίας.
Αυτοί, που πρεσβεύουν την άποψη ότι παραγωγική είναι η εργασία, που δαπανάται για την παραγωγή υλικών αξιών χρήσης, και μη παραγωγική αυτή, που δαπανάται για την παραγωγή μη υλικών αξιών χρήσης, και συνεπώς ότι παραγωγικοί είναι οι τομείς, που παράγουν υλικά αγαθά, ενώ μη παραγωγικοί αυτοί, που παράγουν μη υλικά αγαθά (υπηρεσίες), ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι, επειδή κατά τον Marx η μη παραγωγική εργασία δεν παράγει υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, η υπεραξία ή, αντιστοίχως, το κέρδος, που ιδιοποιούνται οι μη παραγωγικοί τομείς, δεν μπορεί παρά να μεταβιβάζεται σ' αυτούς από τους παραγωγικούς τομείς.
Δείξαμε ήδη, ότι μια τέτοια μεταβίβαση είναι αδύνατη.
........... Ο διωγμός της «μη παραγωγικής» εργασίας
Ας επιστρέψουμε όμως στις μαρξικές έννοιες της παραγωγικής και της μη παραγωγικής εργασίας. Οι έννοιες αυτές είναι ιστορικές έννοιες31.
Σε κάθε κοινωνία τίθεται το ερώτημα, σε τι συνίσταται ο πλούτος της, και συνεπώς το ερώτημα, τι παράγει αυτόν τον πλούτο. Ό,τι τον παράγει είναι παραγωγικό, ό,τι δεν παράγει, ενώ θα μπορούσε, κοινωνικό πλούτο, είναι μη παραγωγικό. Κάθε κοινωνία, σε αντιστοιχία με τον τρόπο παραγωγής της, δίνει, όχι απλώς θεωρητικά, αλλά έμπρακτα, διαφορετική απάντηση στο ερώτημα, σε τι συνίσταται ο πλούτος της και κατά συνέπεια στο ερώτημα, τι παράγει και τι, ενώ θα μπορούσε, δεν παράγει κοινωνικό πλούτο, και, τέλος, στο ερώτημα, τι είναι παραγωγικό και μη παραγωγικό.
Έτσι για την κοινωνία της μερκαντιλιστικής εποχής ο πλούτος μιας χώρας συνίσταται στα ευγενή μέταλλα που κατέχει αυτή η χώρα, τα οποία αποκτά εξάγοντας εμπορεύματα. Παραγωγικά είναι λοιπόν για την μερκαντιλιστική κοινωνία το εξωτερικό εμπόριο και η εργασία που δαπανάται στην παραγωγή των εξαγομένων προϊόντων και ιδιαιτέρως στην ίδια την διαδικασία του εξωτερικού εμπορίου. Τις απόψεις αυτές εκφράζουν οι μερακντιλιστές οικονομολόγοι.
Για την προβιομηχανική αγροτική κοινωνία ο πλούτος της συνίσταται στο προϊόν της γης, το οποίο παράγουν οι ασχολούμενοι με την γεωργία, συνεπώς για την κοινωνία αυτή παραγωγικές είναι μόνον η γεωργική τάξη και η εργασία της. Τις απόψεις αυτές εκφράζουν οι Φυσιοκράτες.
Στον καπιταλισμό ο πλούτος συνίσταται στο κέρδος, το οποίο παράγει η υπαγμένη στο κεφάλαιο εργασία (αδιάφορο τι είδους αξίες χρήσης παράγει)32.
Η διάκριση (των Κλασικών και) του Marx μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας δεν γίνεται από μια κάποια αυθαίρετη «θεωρητική» σκοπιά, αλλά από την πραγματική και έγκυρη σκοπιά της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας, δηλ. της κυρίαρχης τάξης αυτής της κοινωνίας, των καπιταλιστών στο σύνολο τους. Είναι μια ρεαλιστική διάκριση και ένας ρεαλιστικός, απορρέον δηλ. από τα πράγματα, σχηματισμός εννοιών. Οι έννοιες αυτές έχουνε, όπως είπαμε ήδη, ιστορικό χαρακτήρα. Αναλυτικό χαρακτήρα έχουν μόνον οι διακρίσεις μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας, τις οποίες κάνει ο Marx για την εργασία στην καπιταλιστική κοινωνία μια φορά από την άποψη της διαδικασίας παραγωγής ως διαδικασίας εργασίας, δηλ. παραγωγής αξιών χρήσης εν γένει.
Η αναλυτική σημασία αυτών των διακρίσεων έγκειται στο ότι βοηθούν στην πληρέστερη κατανόηση της διάκρισης μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Ωστόσο είναι, όπως αναφέραμε ήδη, δυνατόν να εννοηθούν και ιστορικά: ως διακρίσεις μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας σε μια κοινωνία, που τα προϊόντα δεν λαμβάνουν την μορφή του εμπορεύματος, και σε μια κοινωνία απλών εμπορευματοπαραγωγών αντιστοίχως.
Σε κάθε κοινωνία, και ανεξάρτητα από το εκάστοτε συγκεκριμένο περιεχόμενο του, ο προσδιορισμός «μη παραγωγικός» έχει προφανώς αρνητική χροιά. Διότι «μη παραγωγικός» σημαίνει μη υπαγμένος στην νόρμα, δηλ. στον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής.
Μετά την τελευταία αυτή διαπίστωση είμαστε πλέον σε θέση να κατανοήσουμε και να εκτιμήσουμε τη σημασία των όσων διαβάζουμε τα τελευταία χρόνια στον τύπο, άλλα όχι μόνον στον τύπο, περί μη παραγωγικών εργατών. Να κατανοήσουμε και να αξιολογήσουμε ορθά τη συστηματική καλλιέργεια ενός κλίματος, εντός του οποίου ορισμένες επαγγελματικές ασχολίες παρουσιάζονται αρνητικά ως μη παραγωγικές, ζημιογόνες, παρασιτικές, παραοικονομικές κ.λπ., όπως αυτές του ,δημοσίου υπαλλήλου, του αυτοαπασχολούμενου κ.λπ. Εννοούμε εκείνο το είδος ψυχρού διωγμού που κηρύσσεται από «αριστερούς» επιστημονίζοντες δημιοσιογράφους και γνωστούς από την δια του τύπου φήμη τους κοινωνικούς επιστήμονες εναντίον των παραπάνω επαγγελματικών ομάδων, οι οποίες - χωρίς οι «διώκτες» τους να έχουν έστω και την ελάχιστη ιδέα γι' αυτό - αποτελούνται από μη παραγωγικούς εργάτες, με το νόημα που δίνει ο Marx στον όρο.
Γιατί όμως στρέφονται εναντίον τους; Μήπως είναι πράγματι παράσιτα;
Όχι βέβαια! Διότι παράγουν χρήσιμα πράγματα. Παράγουν όμως χρήσιμα πράγματα, τα οποία είτε δεν είναι εμπορεύματα είτε είναι απλά εμπορεύματα. Παράγουν δηλ. χρήσιμα πράγματα, τα οποία δεν είναι καπιταλιστικά εμπορεύματα. Τουτέστιν παράγουν μεν χρήσιμα πράγματα όχι όμως και κέρδος, παράγουν δηλ. χρήσιμα πράγματα εν γένει, όχι χρήσιμα πράγματα για το κεφάλαιο. Και αυτό μάλλον είναι το «έγκλημα» τους.
Και ο διωγμός τους τι σημαίνει; Σημαίνει προφανώς, ότι πρέπει, επιτέλους, όλοι αυτοί να υπαχθούν άμεσα στο κεφάλαιο, να μετατραπούν σε εργάτες του καπιταλιστικού τομέα: ο αυτοαπασχολούμενος σουβλατζής στο Μακντόναλντ, ο δημόσιος υπάλληλος και ο υπάλληλος του δημόσιου οργανισμού στο εργοστάσιο, στη διαφημιστική ή στην ασφαλιστική εταιρεία, ο αυταπασχολούμενος μηχανικός αυτοκινήτου στο μεγάλο εξουσιοδοτημένο συνεργείο κ.ο.κ., για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, δηλ. των κερδών, τώρα που πρόκειται να μπούμε, τώρα που μπήκαμε ήδη στην ΕΟΚ, τώρα που έχουμε μπροστά μας το 1992, το 2000 κ.ο.κ. Και κανένα επιχείρημα δεν είναι αρκετά ευτελές ώστε να μην μπορεί να εξυπηρετήσει αυτόν τον ευγενή σκοπό.
Αλλά όχι μόνον τους μη παραγωγικούς, δηλ. τους μη υπαγμένους στο κεφάλαιο, αλλά και τους τυπικά μόνον υπαγμένους σ' αυτό εργαζόμενους, τους εργαζόμενους κατ' οίκον για λογαριασμό άλλων (φασόν), επιθυμούν να υπαγάγουν ουσιαστικά και άμεσα πλέον στο κεφάλαιο, να τους οδηγήσουν από τα σπίτια τους στον ορθολογικά οργανωμένο χώρο της καπιταλιστικής παραγωγής, στο εργοστάσιο. Γι αυτό έχουν κηρυχτεί και αυτοί ως παραοικονομούντες υπό διωγμόν.
Πρόκειται λοιπόν για μια «αριστερή» ιδεολογική προετοιμασία της «απελευθέρωσης» αυτών που δεν εργάζονται άμεσα υπό το κεφάλαιο από τα μέσα επιβίωσης των. Όχι τόσο επειδή το κεφάλαιο τους χρειάζεται άμεσα στην παραγωγή, αλλά επειδή του είναι αναγκαίοι για να αυξήσει την πολυάριθμη ήδη στρατιά των ανέργων και να ρίξει έτσι ακόμη περισσότερο τους μισθούς και να ανεβάσει επιτέλους την εργασιακή πειθαρχία.
Όσον αφορά, τέλος, ειδικότερα τους δημοσίους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους δημοσίων οργανισμών, εδώ οι «αριστεροί» συναντώνται με τους νεοφιλελεύθερους. Διότι με την υπαγωγή μέρους των δημοσίων υπαλλήλων στο κεφάλαιο ζητούν στην ουσία την ιδιωτικοποίηση ενός μέρους των κρατικών δραστηριοτήτων, όπως της υγείας, της παιδείας, της κοινωνικής ασφάλισης και άλλων δημοσίων κοινωνικών υπηρεσιών.
Σημειώσεις:
17.. Εμπορευματικό κεφάλαιο είναι το τοποθετημένο σε εμπορεύματα κεφάλαιο.
18.. Καίτοι εδώ το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο αναφέρεται από τον Marx ως συνώνυμο εμπορευματικού κεφαλαίου, είναι, σύμφωνα με τον ίδιο τον Marx ένα από τα δύο είδη του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου· το δεύτερο είναι το χρηματεμπορικό κεφάλαιο [Geldhandlungskapital]. Το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο είναι το κεφάλαιο που εμπορεύεται εμπορεύματα, δηλ. αυτό που συνήθως ονομάζουμε σήμερα εμπορικό κεφάλαιο, ενώ το χρηματεμπορικό κεφάλαιο είναι αυτό που εμπορεύεται χρήμα. Και τα δυο μαζί τα ονομάζει ο Marx εμπορευτικό κεφάλαιο.
19.. Karl Marx, Das Kapital, Bd. Ill, MEW Bd. 25, σελ. 278ε. Δες και σελ. 293.
20.. Kar! Marx, Das Kapital, Bd. Ill, MEW Bd. 25, σελ. 290ε.
21... Karl Marx, Das Kapital Bd. Ill, MEW Bd. 25, σελ. 291.
22..Karl Marx, Das Kapital, Bd. Ill, MEW, Bd. 25, σελ. 300.
23..Karl Marx, Das Kapital, Bd. III, ό.π., σελ. 305.
24.. Karl Marx. Das Kapital, Bd. III. MEW. Bd. 25. σελ. 305.
25.. Karl Marx. Das Kapital, Bd. Ill, MEW, Bd. 25. σελ. 305.
26.. Αντιστοίχως, αν τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται σε τιμές που διαφέρουν από τις αξίες.
27.. Karl Marx. Das Kapital, Bd. Ill, MEW, Bd. 25, σελ. 313.
Ωστόσο η άποψη του Marx, ότι το κόστος κυκλοφορίας εμφανίζεται στο βιομηχανικό κεφάλαιο και είναι για αυτό το κεφάλαιο κόστος χωρίς ουσιώδη λόγο, είναι ορθή στο βαθμό που για το κεφάλαιο κατ' αρχήν κάθε κόστος είναι κόστος χωρίς ουσιώδη λόγο. Το κόστος κυκλοφορίας δεν είναι κόστος, το οποίο πληρώνει το βιομηχανικό κεφάλαιο, αλλά κόστος, το οποίο πληρώνει το εμπορευματικό κεφάλαιο. Το βιομηχανικό κεφάλαιο φέρει έμμεσα μόνον το κόστος κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που αγοράζει αυτό το ίδιο. Το κόστος αυτό δεν διαφέρει όμως σε τίποτα από τα άλλα είδη κόστους, αλλά και από το κέρδος, που περιέχονται στις τιμές αυτών των εμπορευμάτων.
28.. Karl Marx, Resultate des unmittelbaren Produktionsprozesses, Frankfurt a.M., 1969, σελ. 72.
29.. Δες Karl Marx, Resultate..., ό.π.. σελ. 64 κ.ε.
30.. Τα αποτελέσματα αυτής της τελευταίας, δηλ. τις σχέσεις παραγωγής ως όχι άμεσα αποτελέσματα της διαδικασίας παραγωγής, πραγματεύεται ο Marx στα Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. Δες Karl Marx. Resultate..., ό.π., σελ. 3 κ.ε.
30.α. Δες Apostolos Dedousopoulos, Capitalism, Simple Commodity Production and Merchant Capital: The Political Economy of Greece in the 19th Century, Th. D., University of Kent 1986.
31.. Οι έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας τόσο από την άποψη της διαδικασίας εργασίας όσο και από την άποψη της διαδικασίας αξιοποίησης είναι βέβαια, ειδωμένες σε αναφορά προς την καπιταλιστική κοινωνία, αναλυτικές έννοιες. Είναι ωστόσο και αυτές ιστορικές, ειδωμένες σε αναφορά προς μια μη εμπορευματική κοινωνία ή προς μια κοινωνία απλών εμπορευματικών παραγωγών αντιστοίχως.
32.. Η πρακτική του συνυπολογισμού στον ετήσιο πλούτο και άλλων εισοδημάτων πλην του κέρδους, όπως των μισθών, διαμορφώθηκε για λόγους, που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ, πολύ αργότερα. Αρχικά, ρεαλιστικώ τω τρόπω, οι Φυσιοκράτες και οι Κλασικοί ονόμαζαν καθαρό προϊόν, produit net και net produce αντιστοίχως όχι το καθαρό προϊόν της γεωργίας και της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά το εισόδημα των ιδιοκτητών της γης και το εισόδημα των καπιταλιστών (κέρδος) αντιστοίχως, δηλ. το εισόδημα της αντίστοιχης κυρίαρχης τάξης.