Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Στα ύψη τα spread και CDS της Ισπανίας, χαμηλά ρεκόρ για bund, gilt







Σε νέα επίπεδα ρεκόρ εκτοξεύονται την Τετάρτη τα spread και CDS της Ισπανίας, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες γύρω από την σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος της χώρας και την ικανότητα χρηματοδότησής της μετά την απόρριψη του ισπανικού σχεδίου ανακεφαλαιοποίησης της Bankia μέσω κεφαλαίων της ΕΚΤ.

Ειδικότερα, το premium που απαιτούν οι επενδυτές για τη διακράτηση των δεκαετών ισπανικών ομολόγων έναντι του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου βάσης bund ενισχύεται κατά 22,10 μ.β. την Τετάρτη εκτοξεύοντας το spread σε νέο ρεκόρ στις 540 μ.β. Την ίδια ώρα, στα ιστορικό υψηλό βρίσκεται και το κόστος ασφάλισης έναντι κινδύνου χρεοκοπίας της χώρας, καθώς τα πενταετή ισπανικά CDS ανήλθαν σήμερα στις 579 μ.β.

«Η Ισπανία δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση», αναφέρει σε note της η Elisabeth Afseth, αναλύτρια της Investec Bank Plc στο Λονδίνο, ενώ προσθέτει «η προσοχή επικεντρώνεται στο πως η χώρα θα χειριστεί την τραπεζική κρίση».

Παράλληλα, σε κλοιό πιέσεων βρίσκεται σήμερα και η υπόλοιπη ευρωζώνη, με το ιταλικό spread να διευρύνεται κατά 18,8 μ.β. στις 468 μ.β., ενώ το ελληνικό διαμορφώνεται στις 2.830 μ.β. έχοντας ενισχυθεί κατά 52 μ.β. σε σχέση με το κλείσιμο της Τρίτης. Σταθεροποιητικά τα spreads Ιρλανδίας και Πορτογαλίας στις 604 μ.β. και 1.068 μ.β., αντίστοιχα.

Nέα ιστορικά χαμηλά το γερμανικό bund και το βρετανικό gilt

Στο μεταξύ διαδοχικά ιστορικά χαμηλά καταγράφουν σήμερα οι αποδόσεις των γερμανικών και βρετανικών ομολόγων καθώς ενισχύεται η διάθεση αποστροφής κινδύνου και η αναζήτηση «ασφαλών καταφυγίων» από τους επενδυτές.

Ειδικότερα, η απόδοση του δεκαετούς γερμανικού ομολόγου bund σημειώνει σήμερα διαδοχικά ιστορικά χαμηλά υποχωρώντας μέχρι το 1,33%, ενώ σε χαμηλά ρεκόρ βρίσκονται και οι αποδόσεις των 5ετών και 30ετών τίτλων της χώρας που διαμορφώνονται αντίστοιχα στο 0,415% και 1,897%.

Την ίδια ώρα, χαμηλό ρεκόρ καταγράφει και η απόδοση του δεκαετούς βρετανικού ομολόγου gilt στο 1,684%.

Ισπανός κεντρικός τραπεζίτης: Έκκληση στην κυβέρνηση να υπερδιπλασιάσει τις προσπάθειες

Η Ισπανία αντιμετωπίζει κρίση εμπιστοσύνης, δήλωσε την Τετάρτη ο κεντρικός τραπεζίτης της χώρας, απευθύνοντας έκκληση στην ισπανική κυβέρνηση να υπερδιπλασιάσει τις προσπάθειες ώστε να αποδείξει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα του τραπεζικού κλάδου.

«Η Ισπανία βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, όχι μόνο για την οικονομία της ευρωζώνης αλλά και για την παγκόσμια οικονομία», δήλωσε ο κεντρικός Ισπανός τραπεζίτης Miguel Fernandez Ordonez.

Σημειώνεται ότι η Ισπανία δέχεται έντονες πιέσεις για τη μείωση του ελλείμματός της μετά την αδυναμία της κυβέρνησης να πετύχει τους στόχους του 2011. «Σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της Ισπανία κινδυνεύει από αυτούς τους δημοσιονομικούς στόχους».

Πηγή : Capital.gr


Πηγή:www.capital.gr

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Η Μαρξιστική Φιλοσοφία (απόσπασμα)





του Δημήτρη Πατέλη


Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ


….Η σχέση θεωρίας-πράξης που σε συνθήκες κεφαλαιοκρατίας, αλλά και γενικότερα ταξικής κοινωνίας, χαρακτηρίζεται από την αντίθεσή τους, ως αποτέλεσμα του οντολογικού διαχωρισμού ύλης-πνεύματος, του υποδουλωτικού καταμερισμού ανάμεσα στη χειρωνακτική και στην πνευματική εργασία, δεν ήταν πάντοτε η ίδια αλλά μεταβλήθηκε και αυτή κατά την κοινωνική εξέλιξη.

Κατά την πρωταρχική εμφάνιση της κοινωνίας, κατά τη φάση διαμόρφωσης και κυριαρχίας του πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος, ο άνθρωπος βρίσκεται ακόμη «στην αγκαλιά της Φύσης», δεν έχει ξεχωρίσει ακόμη από αυτήν, σχετίζεται με τη γη ως προς το «ανόργανο σώμα του». Διαθέτει κάποια βιολογικά χαρακτηριστικά, ωστόσο, που του δίνουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί κάποια υλικά της Φύσης για την ικανοποίηση των αναγκών του, ως μη παραχθέντα, αλλά σε έτοιμη μορφή ευρισκόμενα εργαλεία. Με αυτόν τον τρόπο αρχίζει «μια διαδικασία αμοιβαίου καθορισμού ανάμεσα στο χέρι, και γενικότερα στα σωματικά όργανα, και στο νοητικό όργανο. Η εργασία, δηλ. οι πρακτικές σχέσεις με τη Φύση, καθώς και το σύνολο της κοινωνικής πρακτικής, ανάπτυξαν το μυαλό, και η ανάπτυξη του μυαλού έκανε πιο αποτελεσματική την πρακτική δραστηριότητα» (Μπιτσάκης, 1998).

Έτσι, αρχικά διακρίνεται μια ενιαία πρακτικοθεωρητική δραστηριότητα, ενώ το διανοητικό σύμπαν του ανθρώπου μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εμπειρικό-μυθολογικό», (Μπιτσάκης, 1998). Η εμπειρική-αισθητηριακή, μέσα από την άμεση πρακτική επαφή, γνώση του κόσμου συνυπάρχει με τη μυθολογία, με την ύπαρξη θεών οι οποίοι βρίσκονται παντού στη Φύση, είναι φυσικά , και όχι αφηρημένα, πνευματικά, υπερφυσικά, όντα Δεν υπάρχει η αντίθεση χειρωνακτικής-πνευματικής εργασίας, ύλης-πνεύματος, επομένως ούτε η αντίθεση θεωρίας-πράξης, καθώς οι κατηγορίες αυτές στην ουσία είναι ανύπαρκτες, υπάρχουν μόνο σ’ αυτή την πρωτόγονη ενότητα τους, ως συνυφασμένες πλευρές της ενιαίας πρωτόγονης πρακτικής-θεωρητικής μετασχηματιστικής δραστηριότητας, υπάρχουν μόνο οι προϋποθέσεις που αργότερα στις κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες θα οδηγήσουν στον εννοιακό διαχωρισμό αλλά και στην αντίθεση τους.

Όλα αυτά αρχίζουν να αλλάζουν, όταν για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, δημιουργείται, με την ανάπτυξη των μέσων παραγωγής, κοινωνικό υπερπροϊόν, όταν δηλαδή εμφανίζεται η υλική προϋπόθεση για το πέρασμα, για μια προνομιούχα κοινωνική ομάδα (πχ. το ιερατείο), στην καθ’ εαυτώ πνευματική εργασία. Έτσι συντελείται σιγά σιγά το πέρασμα από την πρωτόγονη κοινότητα, στις ταξικές κοινωνίες (και συγκεκριμένα στη δουλοκτησία) και εμφανίζεται ο υποδουλωτικός καταμερισμός χειρωνακτικής-πνευματικής εργασίας, και συνακόλουθα ο διαχωρισμός, η αντίθεση θεωρίας-πράξης. Μάλιστα η πρωταρχική εμφάνιση αυτής της αντίθεσης, στη δουλοκτητική κοινωνία, είναι χαρακτηριστική καθώς η κοινωνία χωρίζεται σε δύο ακραία στρώματα-τάξεις στους δούλους που, ως «ομιλούντα εργαλεία», έχουν αναλάβει την καθ’ εαυτώ πρακτική δραστηριότητα, τη χειρωνακτική εργασία, και στους δουλοκτήτες, που έχουν αναλάβει την πνευματική-διανοητική εργασία, ενώ υπάρχει και ένα μεγάλο μέρος ενδιάμεσων στρωμάτων-τάξεων.

Αυτή η κυρίαρχη αντίθεση θεωρίας-πράξης διατηρείται καθ’ όλη τη φάση διαμόρφωσης της κοινωνίας, και με το πέρασμα στη φεουδαρχία και εν συνεχεία στον καπιταλισμό. Βέβαια σε κάθε κοινωνικό-οικονομικό σχηματισμό εμφανίζεται και με διαφορετικό τρόπο, με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία η αντίθεση αυτή εμφανίζεται στην παραγωγή με την αντίθεση ζωντανής-νεκρής εργασίας και παίρνει την πιο ολοκληρωμένη της μορφή με την «ουσιαστική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο», κατά τη γνωστή έκφραση του K. Marx. Έτσι πραγματοποιείται η υποταγή της χειρωνακτικής στην πνευματική εργασία, της πράξης στη θεωρία. Από την άλλη στην κεφαλαιοκρατία, που συνιστά, όπως κάθε κοινωνικός σχηματισμός, πλέγμα αντιθέσεων, εμφανίζονται και κάποια νέα χαρακτηριστικά, κυρίως ως τάσεις, που δείχνουν τη δυναμική του μέλλοντος στο παρόν. Έτσι, επί ανεπτυγμένης κεφαλαιοκρατίας, εμφανίζεται μια τάση προς νέα ενοποίηση, αυτή τη φορά σε ένα ανώτερο επίπεδο της θεωρίας με την πρακτική.

Η επιστήμη (ως πνευματική-θεωρητική κυρίως δραστηριότητα) μετατρέπεται σε άμεση παραγωγική (πρακτική) δύναμη, που παίζει όλο και σπουδαιότερο ρόλο στην παραγωγική διαδικασία, ενώ η μία «επιστημονική επανάσταση» διαδέχεται την άλλη, επαναστατικοποιώντας συνεχώς και τον ίδιο τον τρόπο παραγωγής (από την άποψη των παραγωγικών δυνάμεων). Βέβαια η συγκεκριμένη πραγματικότητα εμφανίζεται στα πλαίσια των ασφυκτικών σχέσεων παραγωγής της κεφαλαιοκρατίας (σχέσεις κεφαλαίου-μισθωτής εργασίας), και γι’ αυτό η τάση προς ενοποίηση θεωρίας και πράξης υπάρχει μόνο ως τάση, τη στιγμή που αυτή η ενοποίηση της επιστήμης με την παραγωγή εμφανίζεται με την ανεστραμμένη μορφή της υποταγής της επιστήμης στις πρακτικές-πραγματιστικές ανάγκες του κεφαλαίου.

Έτσι η επιστήμη σήμερα δεν αναπτύσσεται, εν πολλοίς, στη βάση της λογικής της αυτοανάπτυξής της, στη βάση της επίλυσης των σύγχρονων θεμελιωδών της αντιφάσεων, αλλά συρόμενη πίσω από τα ιδιοτελή συμφέροντα του κεφαλαίου, πίσω από τις ανάγκες του για υπερκέρδη. Μέσα από όλη αυτή την ιστορική πορεία, αλλά και μέσα από τις τάσεις που διαφαίνονται στη σημερινή αναπτυγμένη κεφαλαιοκρατία, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η εξέλιξη της σχέσης θεωρίας και πράξης, εμφανίζεται ελικοειδής και προβάλλει από την άποψη του κομμουνισμού ως άρνηση της άρνησης, με κατάληξη τη διαλεκτική άρση της αντίθεσης θεωρίας-πράξης, την επιστροφή στην πρωτόγονη ενότητα, τώρα όμως σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου θα κυριαρχεί η ώριμη, ενιαία πρακτικοθεωρητική μετασχηματιστική δραστηριότητα της ανθρωπότητας στη γη, ως «ενιαίο, σκόπιμα μετασχηματισμένο σύνολο», (Βαζιούλιν, 1988), στιγμές της οποίας θα είναι η πλήρης αυτοματοποίηση της παραγωγής (μέσω της «τεχνητής Φύσης» και μάλιστα της παραγωγής αυτομάτων από αυτόματα) και η «καθ’ εαυτώ ανθρώπινη», επιστημονική (στα πλαίσια της «καθολικής» επιστήμης, ως ενοποίησης φυσικών-κοινωνικών επιστημών), θεωρητική δραστηριότητα.





Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

Η ιστορική μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας μας αποδεικνύει ότι αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτη κατά το πέρασμα των αιώνων αλλά διήλθε από κάποιους κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς (πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, δουλοκτησία, φεουδαρχία, καπιταλισμός) σε μια εξελικτική πορεία, όπου καθοριστικός παράγοντας, σε τελική ανάλυση, ήταν η διαλεκτική σχέση (κυρίως ως αντίθεση) παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής. Ωστόσο αυτή η αντίληψη για την εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας (χαρακτηριστική της μαρξικής προσέγγισης της ιστορίας) δε συνεπάγεται σε καμία περίπτωση την απολυτοποίηση του συγκεκριμένου παράγοντα, εν είδει κάποιου οικονομικού ντετερμινισμού, που οδηγεί, αυτόματα και ανεξάρτητα από την ανθρώπινη βούληση και πράξη, σε κάποιο τέλος, βάσει κάποιων «ατσάλινων νόμων της ιστορίας». Η αντίληψη του δημιουργικού μαρξισμού (που δεν εγκλωβίζεται στο δίπολο δογματισμού-αναθεωρητισμού) δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπ’ όψιν της και την πράξη του ανθρώπου ως υποκειμένου, που καθορίζει, μέσα βέβαια σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αντικειμενικών, ιστορικών δυνατοτήτων, την κοινωνική εξέλιξη.

Ωστόσο του πρακτικού μετασχηματισμού της κοινωνικής πραγματικότητας, προηγείται σε κάθε περίπτωση η θεωρητική σύλληψη (σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον) του συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου και των αντικειμενικών δυνατοτήτων εξέλιξής του, στη βάση των κυρίαρχων αντιφάσεων της εκάστοτε συγκυρίας. Είναι ακριβώς αυτές οι αντιφάσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας που οδηγούν στη θεωρητική αναζήτηση της υπέρβασής τους, και είναι στη συνέχεια ακριβώς αυτή η θεωρητική προτρέχουσα σύλληψη των δυνατοτήτων εξέλιξης του κοινωνικού Είναι που οδηγεί και στις προσπάθειες πρακτικού επαναστατικού μετασχηματισμού της ολοένα και πιο αντιφατικής υπάρχουσας κοινωνικής πραγματικότητας.

Απ’ αυτή την άποψη και με βάση τα όσα ειπώθηκαν προηγουμένως γίνεται κατανοητό ότι η σημασία της θεωρητικής προτρέχουσας σύλληψης των κυρίαρχων αντιφάσεων και τάσεων της κοινωνικής πραγματικότητας είναι αντίστροφα ανάλογη του βαθμού αντιστοιχίας των παραγωγικών δυνάμεων με τις σχέσεις παραγωγής, (Πατέλης, 1998). Σε ιστορικές συγκυρίες όπου έχουμε σχετική αντιστοιχία παραγωγικών δυνάμεων-σχέσεων παραγωγής η κοινωνική πραγματικότητα παρουσιάζεται χωρίς ιδιαίτερες αντιφάσεις (αν και αυτές πάντοτε υπάρχουν έστω και αν δεν είναι κυρίαρχες και εμφανείς) και η θεωρητική σύλληψη της πραγματικότητας αυτής (ως κοινωνική θεωρία) αντιμετωπίζει την υπάρχουσα κοινωνία ως έχει, ως αιώνια και αναλλοίωτη, αδυνατεί να εντοπίσει τις δυνατότητες πρακτικού μετασχηματισμού και εξέλιξής της μέσα από την άρση των κυρίαρχων αντιφάσεων. Αντίθετα όταν κυριαρχεί η αναντιστοιχία, η ρήξη ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις παραγωγής η θεωρητική απεικόνιση του υπάρχοντος πλέγματος αντιφάσεων, καθώς και των δυνατοτήτων υπέρβασής τους με το πέρασμα σε άλλον τύπο σχέσεων παραγωγής καθίσταται όχι μόνο εφικτή αλλά και αναγκαία.

Η συγκεκριμένη σχέση θεωρητικής σύλληψης-πρακτικού μετασχηματισμού της κοινωνικής πραγματικότητας διαφοροποιείται ανάλογα με τη βαθμίδα εξέλιξης της κοινωνίας και μάλιστα όσο η κοινωνία κινείται προς ωριμότερα στάδια φαίνεται ότι αυξάνεται όλο και περισσότερο ο ρόλος της θεωρίας. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, εποχή της ώριμης κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, εποχής που ωριμάζουν οι όροι για το πέρασμα στην κομμουνιστική κοινωνία (με τα δύο στάδια, όπως τα διατύπωσε ο Marx στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, το ανώριμο σοσιαλιστικό και το ώριμο κομμουνιστικό) ο ρόλος της θεωρίας φαίνεται ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς ο κομμουνισμός δεν προκύπτει απλώς ως ένας ακόμη κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός αλλά ως η διαλεκτική άρνηση-άρση όλου του ιστορικού παρελθόντος της κοινωνίας και από αυτή την άποψη έχει να αντιμετωπίσει τις αντιφάσεις όχι μόνο της κεφαλαιοκρατίας, αλλά όλης της μέχρι σήμερα κίνησης της ανθρώπινης κοινωνίας, (Βαζιούλιν, 2000).

Από αυτή την άποψη το πέρασμα από τον καπιταλισμό, ως τέλος της διαμόρφωσης της κοινωνίας, στον κομμουνισμό, ως ωριμότητα της κοινωνίας συνιστά έναν πολύ πιο αντιφατικό και επίπονο κοινωνικό μετασχηματισμό, πολύ πιο σύνθετο από τους προηγούμενους, ο οποίος χρειάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό τη θεωρητική προτρέχουσα σύλληψη των πιθανών προβλημάτων, αντιφάσεων και δυσκολιών που θα έχει να αντιμετωπίσει το επαναστατικό υποκείμενο. Επομένως αποκτούν μεγάλη σημασία κάποιες επισημάνσεις του Marx, από το πρώιμο ακόμη έργο του, για το σημαντικό ρόλο της θεωρίας στην ανατροπή του καπιταλισμού: «η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, όπως το προλεταριάτο βρίσκει στη φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα... η κεφαλή της χειραφέτησης αυτής είναι η φιλοσοφία, καρδιά της το προλεταριάτο», (Marx, 1978). Βέβαια η σημασία της θεωρίας σε καμιά περίπτωση δεν ακυρώνει την αναγκαιότητα πρακτικής, υλικής δράσης για να επιτευχθεί ο κοινωνικός μετασχηματισμός αφού «το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κριτική των όπλων, η υλική δύναμη δεν μπορεί να νικηθεί παρά μόνο από την υλική δύναμη, αλλά και η θεωρία γίνεται υλική δύναμη αφότου κατακτήσει τις μάζες», (Marx, 1978).

Η πολυπλοκότητα του περάσματος από την κεφαλαιοκρατία στον κομμουνισμό (αρχικά στο πρώτο του στάδιο, το σοσιαλιστικό) απασχόλησε και τον Lenin και τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι είναι απαραίτητη μια πρωτοπόρα συνειδητή οργάνωση του επαναστατικού υποκειμένου, που την ονόμασε κόμμα επαγγελματιών επαναστατών (ή κόμμα νέου τύπου). Σε αυτή την άποψη κατέληξε από τη μελέτη των αυθόρμητων αντιδράσεων του προλεταριάτου και των άλλων φτωχών στρωμάτων στη Ρωσία που τον βοήθησε να αντιληφθεί ότι «η αυθόρμητη εξέλιξη του εργατικού κινήματος τραβάει ίσα ίσα στην υποταγή στην αστική ιδεολογία... τα “πρώτα τυχόντα” μέσα πάλης θα είναι πάντα στη σύγχρονη κοινωνία τρεϊντ-γιουνιονιστικά μέσα πάλης και η “πρώτη τυχούσα” ιδεολογία θα είναι η αστική (τρεϊντ-γιονιονιστική) ιδεολογία», (Lenin,2002).

Η σοσιαλιστική συνείδηση είναι κάτι που έχει εισαχθεί από έξω στο προλεταριάτο (και συγκεκριμένα από την αστική διανόηση) και όχι κάτι που γεννιέται αυθόρμητα από τους ταξικούς του αγώνες, και αυτό γιατί προϋποθέτει τη «βαθιά επιστημονική γνώση» της κοινωνικής πραγματικότητας. Μαζί λοιπόν με τις ενώσεις των εργατών με τα εν πολλοίς αυθόρμητα-αστικά αιτήματα και διεκδικήσεις είναι απαραίτητη και η οργάνωση των επαναστατών, το κόμμα, που θα εισάγει τη σοσιαλιστική συνείδηση στους εργάτες, θα καθοδηγεί τους ταξικούς αγώνες προς το σοσιαλισμό. Η συγκεκριμένη οργάνωση λοιπόν μπαίνει ανάμεσα στην επιστημονική θεωρία και στην επαναστατική πράξη και προσπαθεί να τις ενώσει, είναι ο ενδιάμεσος κρίκος που δίνει στη φιλοσοφία, στην επιστήμη τα υλικά της όπλα και στο προλεταριάτο τα πνευματικά του όπλα.

Το κόμμα λοιπόν έχει κάποια χαρακτηριστικά (όσον αφορά τη θεωρία και την πράξη) τα οποία, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι γενικά, από την άποψη ότι είναι αναγκαία σε κάθε επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα. Καταρχήν το κόμμα προϋποθέτει κάποια θεωρητική βάση, και αν έχει στόχο πράγματι τη σοσιαλιστική επανάσταση (όπως το κόμμα του Lenin), αυτή η θεωρητική βάση θα πρέπει να ερμηνεύει το μεγαλύτερο μέρος της υπάρχουσας κοινωνικής πραγματικότητας, να διακρίνει τις κυρίαρχες αντιφάσεις αλλά και να έχει επεξεργαστεί τον τρόπο επίλυσής τους προς την κατεύθυνση της διαλεκτικής τους υπέρβασης, του επαναστατικού μετασχηματισμού του κοινωνικού Είναι, έχοντας καταλήξει και σε συμπεράσματα σχετικά με το επαναστατικό υποκείμενο και το ρόλο του. Πάνω σ’ αυτή τη θεωρητική, επιστημονική ανάλυση που προηγείται της δημιουργίας του (και αποτελεί τη βασική της προϋπόθεση) το κόμμα έρχεται να πραγματοποιήσει τον πρακτικό επαναστατικό μετασχηματισμό, όταν και οι αντικειμενικές, κοινωνικές συνθήκες το επιτρέψουν (κρίση, επαναστατική κατάσταση). Επομένως το κόμμα, εκκινώντας από μια βαθιά επιστημονική ανάλυση της υπάρχουσας κοινωνικής κατάστασης και των τάσεων υπέρβασής της, αναλαμβάνει κυρίως τον πρακτικό ρόλο να πραγματοποιήσει τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι το κόμμα δεν μπορεί να επεξεργαστεί νέα θεωρητικά ζητήματα ή να επανεξετάσει κάποια άλλα με βάση και τα συμπεράσματα του πρακτικού αγώνα, ωστόσο μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τα πρωταρχικά καθήκοντα του κόμματος είναι πρακτικά, αλλά και ότι η θεωρητική δουλειά που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του υπόκειται σε διαφόρων ειδών αντικειμενικούς και υποκειμενικούς περιορισμούς. Η θεωρητική δουλειά υποσκελίζεται και καλείται να δόσει απάντηση σε πρακτικά προβλήματα (με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η δυνατότητα ανάπτυξης της θεωρίας πάνω στη δική της βάση, σύμφωνα με τις κυρίαρχες αντιφάσεις της και προς την κατεύθυνση της επίλυσής τους) ενώ και η συγκεντρωτική δομή (που υπαγορεύεται από τις πρακτικές ανάγκες και είναι απαραίτητη) δεν επιτρέπει την ανάπτυξη των κατάλληλων για επιστημονική έρευνα σχέσεων, στην οποία δεν πρέπει να υπάρχει ο υποδουλωτικός καταμερισμός πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας αλλά ένας ανώτερος τύπος καταμερισμού με βάση τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και τις κλίσεις της προσωπικότητας του κάθε επιστήμονα.

Το κόμμα λοιπόν μπορεί να αναπτύξει τη θεωρία εκτατικά, μελετώντας νέα φαινόμενα, αναθεωρώντας κάποιες απόψεις, επεκτείνοντας την υπάρχουσα θεωρία σε νέες σφαίρες, όμως δεν μπορεί να άρει την αρχική θεωρητική του βάση σε νέο επίπεδο, δεν μπορεί να πετύχει ποιοτική επανάσταση στη θεωρία, να την εξελίξει σε ένα ανώτερο επίπεδο. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε μορφές οργάνωσης που διαφέρουν ποιοτικά από το κόμμα και βρίσκονται έξω από αυτό (σε αυτές τις μορφές θα αναφερθούμε παρακάτω)…..

Πηγή : Μαρξιστική Βιβλιοθήκη

ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ στην ΓΕΝΟΠ πούλησαν το εργατικό κίνημα


Η "αντιμνημονιακή'" πραγματικότητα στους χώρους εργασίας και όχι στα κανάλια, τις συγκεντρώσεις και τους ευρώ-τουρισμούς........












ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΕΝΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΣΥΝΥΠΟΓΡΑΨΕΙ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΣΣΕ




Γιατί δεν είναι αποτέλεσμα μιας ήττας σε έναν αγώνα που δόθηκε, ώστε να συνυπογράψει ο νικημένος καθ’ υπαγόρευση του νικητή. Η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ δεν έκανε κανέναν αγώνα, δεν υπήρξαν νικητές και ηττημένοι, παρά μόνο οι γνωστοί «κοινωνικοί εταίροι», τα συνεταιράκια που μαζί τα φάγανε κι επέτρεψαν να δυσφημίζονται συλλήβδην όλοι οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ από κανάλια και λοιπά ΜΜΕ σε διατεταγμένη υπηρεσία.

Είναι αποτέλεσμα συνδιαλλαγής ανάμεσα σε συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες και κυβερνητικές διοικήσεις του δικομματισμού.Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Αν και κατά πόσο αυτές οι ηγεσίες νομιμοποιούνται να εκφράσουν τη θέληση των εργαζομένων. Όταν δεν έκαναν τίποτα τον τελευταίο χρόνο προκειμένου να προχωρήσουμε σε αγωνιστική διεκδίκηση ΣΣΕ –όπως είχαμε προτείνει και στο τελευταίο Συνέδριο της ΓΕΝΟΠ, Οκτώβρης 2010- αλλά επέλεξαν την γνωστή τακτική των συμφωνιών πίσω από κλειστές πόρτες και κάτω από τα τραπέζια, μακριά και εν κρυπτώ από τους εργαζόμενους.

Νομιμοποιείται οποιοσδήποτε συνδικαλιστής να συνυπογράψει ως τετελεσμένες τις μειώσεις μισθών, το πάγωμα-κατάργηση του χρονοεπιδόματος, το πετσόκομμα των κλιμακίων και των ειδικών επιδομάτων; Δικαιούται συνδικαλιστής να διαπραγματεύεται «κόψε πιο πολλά από τους άλλους και λιγότερα από μας» ή «απέλυσε τους άλλους και κράτα εμάς»;Νομιμοποιούνται οι ηγεσίες της ΓΕΝΟΠ να αυτοϋπονομεύουν την ίδια τη ΓΕΝΟΠ, να καταργούν το συνδικαλιστικό ρόλο της και να τη μετατρέπουν από συνδικάτο με στόχο την ενότητα, την αλληλεγγύη και το συλλογικό αγώνα, σε όργανο διαχωρισμού των εργαζομένων σε «διατηρητέους» και «περιττούς»;

Επιτρέπεται να συνυπογράψουμε ΣΣΕ, στην οποία δεχόμαστε ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΙΚΑ το κλείσιμο-πώληση μονάδων και δραστηριοτήτων για «οικονομοτεχνικούς λόγους»; Επιτρέπεται να συνυπογράψουμε την απόλυση των συναδέλφων που εργάζονται σε αυτές; Και με το πενιχρό «αντάλλαγμα» κάποιων «κοινωνικών» κριτηρίων, που έτσι κι αλλιώς προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 281 Αστικού Κώδικα) και θα ακολουθούσαν έτσι κι αλλιώς κυβέρνηση-διοίκηση προκειμένου να αποφύγουν μεγαλύτερη κατακραυγή;Επειδή ακούγεται από τα πιο επίσημα συνδικαλιστικά χείλη: να υπογράψουμε τώρα αυτή τη ΣΣΕ που έχουμε μια «καλή» διοίκηση, γιατί θα έρθει χειρότερη. Ας αναλογιστούμε λίγο τι λέει αυτό το «επιχείρημα»: Ότι θα έρθει μια κακή διοίκηση να εφαρμόσει μια κακή ΣΣΕ που υπέγραψε μια «καλή» διοίκηση. Καταλαβαίνουμε τι θα συμβεί, ποιες θα είναι οι συνέπειες για τους εργαζόμενους;

Αν για τη «λύση» του ασφαλιστικού που συνυπέγραψαν οι ίδιες ηγεσίες χρειάστηκαν 10 χρόνια για να φανούν οι συνέπειες… Αν για τη διάσπαση της ΔΕΗ χρειάστηκαν μερικοί μήνες… Οι συνέπειες από τη ΣΣΕ που προτείνει η «καλή» διοίκηση, θα έρθουν την επόμενη μέρα!Διαπιστώνοντας πόσο ευάλωτη είναι η ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος στη ΔΕΗ στους διατεταγμένους εκβιασμούς «εισαγγελικών ερευνών» και καταγγελιών από τα ΜΜΕ, θα ήταν χρήσιμο να εμφανιστούν και να δούμε τις μεταβολές στα περιουσιακά στοιχεία των «ηγετών» από την εποχή της «λύσης» του ασφαλιστικού. Και να τα ξανασυγκρίνουμε μετά τη συνυπογραφή της ΣΣΕ που προτείνει σήμερα η διοίκηση. Τότε άνοιξαν την κερκόπορτα… τώρα ανοίγουν τις κεντρικές πύλες!

Η συγκυρία στην οποία «συζητήθηκε» η ΣΣΕ ήταν μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδος και οι εκλογές. Οι «αντιμνημονιακές» ηγεσίες της ΓΕΝΟΠ δεν θέλησαν να συμβάλλουν για ένα αγωνιστικό κλίμα μπροστά στις εκλογές, όχι υπέρ του α’ ή β’ κόμματος, αλλά υπέρ των εργαζομένων, υπέρ της ανατροπής των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων, για την εκδίωξη της τρόικας και των γκαουλάιτερ, στην κατεύθυνση της αποδέσμευσης του εργαζόμενου και κατ’ επέκταση της ελληνικής κοινωνίας από τις αλυσίδες του χρέους.

Αντ’ αυτού, συζητούσαν εν κρυπτώ ΣΣΕ, συμβάλλανε στη διάσπαση της ΔΕΗ με την απόφαση του τελευταίου Συνεδρίου της ΓΕΝΟΠ, καθησύχαζαν τους εργαζόμενους και διευκόλυναν τη διοίκηση να τους στείλει στις διάφορες «θυγατρικές» με τις λιγότερες δυνατές αντιδράσεις. Δεν πήραν χαμπάρι(;) ότι με τροπολογία του Παπακωνσταντίνου επιτράπηκε η κατάργηση του δημοσίου ελέγχου στον ΑΔΜΗΕ, που είχαν «διασφαλίσει» και «συνδιαμορφώσει» με τον Παπακωνσταντίνου. Δεν πήραν είδηση(;) τι γινόταν με τον ΕΟΠΥΥ κι οι συνάδελφοι στο ασφαλιστικό έμειναν στον αέρα και το έμαθαν με τη δημοσίευση του νόμου. Προετοίμασαν τα πρόβατα για το σφαγείο. Και τώρα θέλουν να συνυπογράψουν ΣΣΕ που νομιμοποιεί τις επόμενες ενέργειες του χασάπη!

Οι εκλογές έγιναν. Ο λαός ανάσανε γιατί τα άμεσα εισπρακτικά μέτρα μπήκαν, για λίγο, στο ψυγείο. Όμως, ο Παπαδήμος συνεχίζει να κυβερνά. Νομοσχέδια παρασκευάζονται για να είναι έτοιμα προς ψήφιση. Ο Ράιχενμπαχ και η task force του διαμορφώνουν νέο Αστικό Κώδικα. Το εργατικό δίκαιο έχει επί της ουσίας καταργηθεί. Κι η ΔΕΗ, όντας πλέον κομμάτια και κομματάκια, με τις μονάδες της υπό πώληση, σε πλήρη αποδιοργάνωση και πνέοντας τα λοίσθια από την ταμειακή ασφυξία που την οδήγησαν τα χαράτσια και η επιδότηση των «ανταγωνιστών» της, εισήχθη στις 12.5.2012 στο ΤΑΙΠΕΔ. Δηλαδή στο Ταμείο Εκποίησης της Δημόσιας Περιουσίας κι ετοιμάζεται να παραδοθεί έναντι πινακίου φακής στους δανειστές και τα άλλα αρπακτικά των αγορών.

Κι η ΓΕΝΟΠ, που θα «μάτωνε», δεν λέει κουβέντα!!!Μας απειλούν ότι αν δεν υπογράψουμε ΣΣΕ θα πέσουμε στη μετενέργεια, θα μείνουμε ακάλυπτοι στις πιέσεις της εργοδοσίας, δηλ. της «καλής» διοίκησης. Θέλουν και ξεχνούν πως η όποια υπογραφή ΣΣΕ θα είναι πρακτικά χωρίς αντίκρυσμα με το που έρχεται το νέο μνημόνιο με τα νέα μέτρα, και τα νέα μέτρα, και τα νέα μέτρα…

Το μόνο που θα έχει μείνει είναι ότι συμφώνησαν οι συνδικαλιστές, δηλ. όλοι εμείς οι εργαζόμενοι, με την επιθυμία κυβέρνησης-διοίκησης να κλείνουν δραστηριότητες, να πωλούν μονάδες και να διώχνουν κόσμο (Άρθρα 35 & 40 της προτεινόμενης ΣΣΕ), με το να δοθεί η ευχέρεια στη διοίκηση να μας διασπά ανά κατηγορία και να αποφασίζει μονομερώς μειώσεις (παρ. Α.5.4. & Β.4) προκειμένου να πιάνει τους στόχους που θα θέτει κάθε φορά η κυβέρνηση για να ικανοποιεί τις εντολές της τρόικα, μη τυχόν και μας διώξουν από το ευρώ. Γιατί τότε «τι θα απογίνουμε»!

Καλούμε όλους τους εκλεγμένους συνδικαλιστές να μη νομιμοποιήσουν με την ψήφο τους και τη στάση τους αυτή τη ΣΣΕ της ντροπής! Καλούμε όλους τους συναδέλφους να παραστούν μαζικά στο Δ.Σ. της ΓΕΝΟΠ (Παρασκευή 18.5.2012) και να εμποδίσουν το νέο ξεπούλημα!

Καλούμε όλους τους συναδέλφους να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους, να συγκροτήσουν συνελεύσεις και επιτροπές αγώνα σε κάθε χώρο δουλειάς. Καλούμε όλα τα πρωτοβάθμια Σωματεία-Μέλη της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, μαζί και τα κλαδικά συνδικάτα ενέργειας (ΣΕΕΝ & ΣΕΕΝ-ΑΒΕΚ) να αναλάβουμε πρωτοβουλίες για κοινή δράση για την απονομιμοποίηση και την ανατροπή των μνημονίων που έδεσαν χειροπόδαρα τη χώρα και το λαό μας.


Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για αξιοπρεπή αμοιβή, δουλειά και ζωή!



ΓΕΩΡΓΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, Δ.Σ. ΣΕΠ/ΔΕΗ
ΠΑΠΑΔΕΔΕ ΦΛΩΡΑ, Δ.Σ. ΣΕΠ/ΔΕΗ
ΠΡΑΣΣΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΕΕΝ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ»
ΑΣΑΛΟΥΜΙΔΗΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΣΕΕΝ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ»








Δάσκαλος η πράξη



Η πράξη είναι το κριτήριο των πάντων. Ολα τα άλλα, διακηρύξεις, προθέσεις, εκτιμήσεις, είναι λόγια που μένει να επιβεβαιωθούν ή να διαψευσθούν από αυτή. Για αυτό λέμε και ξαναλέμε: Η ίδια η πείρα των εργαζομένων, τα γεγονότα είναι ο πολύτιμος δάσκαλος που μας μαθαίνει ποιος πραγματικά είναι ο καθένας και τι στόχους υπηρετεί.

Πριν όμως δούμε τι κάνουν, ας δούμε τι λένε. Το ΠΑΣΟΚ μιλά σήμερα για «αναθεώρηση» του μνημονίου, η ΝΔ για επαναδιαπραγμάτευσή του και οι δυνάμεις τους σε συνδικαλιστικό επίπεδο είναι τάχα αντίθετες με αυτό. Ο ΣΥΡΙΖΑ είπε ότι θα το καταγγείλει, διευκρινίζοντας εκ των υστέρων ότι μιλά για πολιτική καταγγελία (δηλαδή δε θα το καταγγείλει στην πράξη). Την ίδια ώρα, πήρε σβάρνα τις ευρωπαϊκές χώρες για να διατυμπανίσει ότι αυτός αποτελεί τον εγγυητή-φύλακα του ευρώ και του διακρατικού ιμπεριαλιστικού οργανισμού, της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που σπέρνει τη φτώχεια και την εξαθλίωση. Από όλα αυτά τα μπόσικα λόγια, που χωράνε τα πάντα και τίποτα, τι πραγματικά εννοούν; Απάντηση δίνουν με αυτά που κάνουν. Να, τι λέει η πείρα.

Προχτές οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ έθεσαν στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ενωσης Τεχνικών ΔΕΗ την πρόταση να απορριφθεί το σχέδιο της ΣΣΕ που έχουν συνδιαμορφώσει η πλειοψηφία της Ομοσπονδίας (ΓΕΝΟΠ) με τη διοίκηση της ΔΕΗ. Ουσία του σχεδίου αυτού είναι η αποδοχή των μνημονιακών νόμων που ορίζουν τη μεσοσταθμική μείωση των μισθών κατά 35% και την κατάργηση της μονιμότητας των εργαζομένων στις πρώην ΔΕΚΟ (μεταξύ αυτών και η ΔΕΗ). Αρχικά η ΣΑΔ (παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ) και η ΠΑΣΚΕ προσπάθησαν να μην μπει καν η πρόταση σε ψηφοφορία. Είναι προφανές ότι δεν ήθελαν να αποκαλυφθεί η θέση τους. Ομως η ψηφοφορία έγινε. Σύσσωμη η ΣΑΔ του ΣΥΡΙΖΑ και τα 12 από τα 14 μέλη της ΠΑΣΚΕ και ένα μέλος της ΔΑΚΕ καταψήφισαν την πρόταση. Εκαναν δηλαδή καθαρό ότι δεν σκοπεύουν να καταγγείλουν τα αποτελέσματα που παράγει το μνημόνιο, όπως το σχέδιο της ΣΣΕ που το θεωρούν βάση συζήτησης και διαπραγμάτευσης.

Το ίδιο έκαναν στα μέσα σταθερής τροχιάς ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ και «Αυτόνομη Παρέμβαση» (ΣΥΡΙΖΑ), που υπέγραψαν ΣΣΕ που αποδέχεται τους μνημονιακούς νόμους. Το ίδιο έκαναν ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ στην ΕΥΔΑΠ. Και πάει λέγοντας... Η πράξη δείχνει ακόμα ότι μια από τις βασικές τους έγνοιες είναι να εμποδίζουν τους εργαζόμενους να οργανώνουν αποτελεσματικούς αγώνες. Και αυτό, ακόμα και ο πιο κακόπιστος απέναντι στο ΚΚΕ δεν μπορεί παρά να το συνδέσει με τις κολεγιές που κάνουν ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ και οι ποικιλώνυμες παρατάξεις του ΣΥΡΙΖΑ σε διάφορα σωματεία προκειμένου να πλήξουν τη δράση των κομμουνιστών και των άλλων αγωνιστών που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ.

Ειδικά αυτή την περίοδο είναι πολύ χρήσιμο οι εργαζόμενοι να ακούσουν προσεκτικά τι λένε αυτές οι δυνάμεις και ακόμα πιο προσεκτικά να παρακολουθούν τι κάνουν. Τότε και μόνο τότε γίνεται προφανής ο επιζήμιος ρόλος τους για τους ίδιους τους εργαζόμενους. Δεν έχουν κανένα σκοπό να καταργήσουν κανένα μνημόνιο και κανένα νόμο του. Είναι αυθεντικοί διαχειριστές του συστήματος που η ουσία του συνιστά τη σύγχρονη βαρβαρότητα, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Σκεφτείτε όταν λένε ότι θα καταργήσουν αντεργατικούς νόμους αλλά στα συνδικάτα ψηφίζουν μειώσεις μισθών τι έχουν να κάνουν αν γίνουν κυβέρνηση...

Χρήστος ΜΑΝΤΑΛΟΒΑΣ








Υ.Γ βλ και την αναδημοσίευση του κειμένου με τίτλο  "Πλυντήριο Εργατοπατέρων"

Ο «άλλος» αέρας που φυσάει στην Ευρώπη και η δυσωδία των φασιστικών πογκρόμ







Οι εξελίξεις συνεχίζουν να ρέουν με καταιγιστικό ρυθμό, καθώς απομένουν τρεις εβδομάδες από το ημερολογιακό ορόσημο των εκλογών που θεωρητικά-από όποια σκοπιά κι αν το δει κανείς- θα σημάνει την απαρχή μιας νέας φάσης, για αυτό που συνοπτικά αποκαλείται Κρίση. Ως τότε όλα η πραγματικότητα θα αποτελείται από τις σκηνές της προηγούμενης εβδομάδας: σύσσωμη η Ευρώπη κι όλοι οι υπερεθνικοί καπιταλιστικοί μηχανισμοί από τους G8 μέχρι τις αγορές και τους περίφημους οίκους τους απαιτούν να τηρηθούν τα συμφωνηθέντα για να συνεχιστεί η «διάσωση».

Το ελληνικό κεφάλαιο παρατηρεί με οργή την ανεπάρκεια του πολιτικού του προσωπικού και των δημοσιογράφων του και προσδοκά πλέον πως η αναγέννηση της δεξιάς στη βάση του νόμου και της τάξης με ολίγη από επαναδιαπραγμάτευση θα μπορέσει να αποτελέσει μια νέα μορφή κοινωνικής συμμαχίας, που θα διασώσει την ευρωπαϊκή του φυσιογνωμία και που παράγει όμως και τα ναζιστικά τάγματα εφόδου.

Ταυτόχρονα η ταξική κι ιδεολογική πόλωση είναι πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό της κοινωνικής ισορροπίας, μια πόλωση που υπερβαίνει κατά πολύ την τρέχουσα πολιτική της έκφραση που είναι ο Σύριζα ή το δεξιό μέτωπο. Επιπλέον κι ανεξάρτητα από τις λογής διαβεβαιώσεις δεν μπορεί να αποκλειστεί ένα πιστωτικό γεγονός και μια ελεγχόμενη (;) κατάρρευση των ελληνικών τραπεζών που θα έχει σκοπό να συνετιστεί ο ελληνικός λαός, αλλά μπορεί να αποτελέσει το πρελούδιο της συνεχώς αναβαλλόμενης χρεοκοπίας.
Σύνοδος κορυφής, ευρωομόλογο, ντόμινο κι άλλες ιστορίες…

Η πρόσφατη σύνοδος κορυφής της ΕΕ ανέδειξε πράγματι τις υπαρκτές αντιθέσεις στους κόλπους της, αντιθέσεις που σχηματικά εκφράστηκαν από τη Γερμανία (και τους δορυφόρους της) με το σχέδιο της μονομερούς λιτότητας και της δημοσιονομικής ένωσης από τη μια και το μπλοκ γύρω από τον Ολάντ (Ιταλία κι Ισπανία) που επιθυμεί κι ένα αναπτυξιακό σχέδιο με εργαλεία τα ευρωομόλογα και τον απευθείας δανεισμό κρατών-άρα κι εκτύπωση χρήματος- από την ΕΚΤ.

Οι αντιθέσεις αυτές εκφράζουν επιπλέον τη συνειδητοποίηση τμημάτων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου γύρω από το αδιέξοδο του γερμανικού σχεδίου που ευνοεί τελικά μόνο το ίδιο, παρά κάποια ουσιαστική αλλαγή πολιτικής και στροφή προς τον κεϊνσιανισμό, όπως ισχυρίζονται αριστεροί και μη αναλυτές.

Είναι δεδομένο πια πως η γερμανική πρόταση λιτότητας και τα «μνημόνια» είχε ως στόχο αφενός να θωρακίσει το γερμανικό κεφάλαιο από ενδεχόμενο κρατικών χρεοκοπιών και να προσφέρει ευκαιρίες άμεσου κέρδους στις «αγορές», αφετέρου να αποτελέσει και μια πρόταση μελλοντικής ανάπτυξης, μειώνοντας την αξία της εργατικής δύναμης κι αυξάνοντας έτσι την απόλυτη υπεραξία στα ερείπια του κράτους πρόνοιας. Το πρώτο σκέλος πέτυχε σε βάρος όμως των εταίρων επαναφέροντας τους δήθεν ξεπερασμένους εθνικούς ανταγωνισμούς, το δεύτερο σκέλος δεν έχει αποδώσει ακόμα καρπούς, ακριβώς γιατί η κρίση είναι ακόμα στα μισά, άρα δεν έχει “ανάπτυξη” το μενού για τα επόμενα χρόνια.

Την ίδια στιγμή, ο γερμανικός καπιταλισμός, έχοντας φροντίσει να τσακίσει προ κρίσης τα κεκτημένα της δικής του εργατικής τάξης (ατζέντα Σρέντερ) κι επωφελούμενος από το φτηνό -σε σχέση με το μάρκο- ευρώ έχει το πλεονέκτημα κι επιθυμεί να επιβεβαιώσει την ηγεμονία του στο χώρο της Ευρώπης που του προσφέρει το ζωτικό χώρο που έχει προφανώς ανάγκη.

Με αυτή την έννοια, οι προτάσεις Ολάντ είναι περισσότερο μέρος μιας επαναδιαπραγμάτευσης της θέσης και του ρόλου του γαλλικού κεφαλαίου, στην Ευρώπη που αλλάζει, με αυτόν που ηγεμονεύει κι όχι μια διαφορετική στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης. Ουσιαστικά ζητά από το Βερολίνο να επωμιστεί πραγματικά το κόστος του κοινού νομίσματος και να προωθήσει μια ισότιμη (sic) οικονομική ένωση, που θα περιορίσει τις κραυγαλέες αντιθέσεις που ναρκοθετούν την αντιδραστική ουτοπία της καπιταλιστικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ειδικά όταν στο Παρίσι ξέρουν καλά πως από Σεπτέμβριο η γαλλική οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με το φάντασμα μιας βαθιάς ύφεσης, αλλά και με την αρπακτικότητα των «αόρατων» αγορών. Ως εκ τούτου είναι λογικό να ζητούν έναν περιορισμό της ασυδοσίας της αριστοκρατίας του χρήματος και μια κάποια αυτονομία της πολιτικής απέναντι του. Ευσεβείς αστικοί πόθοι εν μέσω της Κρίσης της εποχής μας.

Το έχουμε πει και θα το ξαναπούμε: η λιτότητα δεν είναι ιδεολογική αστοχία ή εμμονή, είναι η κυρίαρχη αστική πολιτική την περίοδο της κρίσης, γιατί εκκινεί από το υλικό γεγονός της ανάγκης να προασπίσει μόνο τα δικαιώματα του κεφαλαίου κι ειδικότερα της χρηματικής του αριστοκρατίας, χωρίς να (φαίνεται πως) συμπεριλαμβάνει σε αυτά τα συμφέροντα άλλων κοινωνικών στρωμάτων που αποτελούσαν το μπλοκ εξουσίας της αναπτυξιακής περιόδου. Με αυτό ως δεδομένο δε θεωρούμε πως ο καπιταλισμός και τα επιτελεία της άρχουσας τάξης διαθέτει κάποιο ορθολογικό σχέδιο που τον εμποδίζει να αποβάλλει για πχ την Ελλάδα φοβούμενος το ντόμινο, μιας και οι συνταγές σωτηρίας, ουκ ολίγες φορές έχουν αποδειχτεί συνταγές καταστροφής.

Θεωρούμε πως ακόμα κι αν η Γερμανία τελικά δεχτεί τα ευρωομόλογα κι άρα να βάλει το χέρι στην τσέπη, αυτό πρώτον θα το πράξει μόνο αφού λάβει τα απαραίτητα ανταλλάγματα που συνίσταται στην αναγνώριση της πρωτοκαθεδρίας της και στη συνέχιση της πολιτικής διάλυσης των δικαιωμάτων του προλεταριάτου, στην οποία εξάλλου δε διαφωνεί και κανείς στην ΕΕ. Δεύτερον ακόμα κι η εκτύπωση χρήματος, ακόμα κι η πολιτική ενοποίηση, θα είναι κατά τη γνώμη μας τα τελευταία επεισόδια πριν τη διάλυση της ευρωζώνης και της ΕΕ κι όχι η αρχή μιας νέας περιόδου στην ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τρίτον κι αυτό αφορά άμεσα την Ελλάδα, όσο κι αν οι αντιθέσεις αυτές είναι υπαρκτές, δεν είναι βέβαιο πως ο συμβιβασμός τους θα περιλαμβάνει την Ελλάδα, αφού και ο «κεινσιανιστής» Ολάντ είπε το αυτονόητο: υλοποίηση των συμφωνηθέντων, αλλιώς χρεοκοπία

Το κυριότερο όμως κι αυτό αφορά όσους προσδοκούν πως η ρητορική του Ολάντ (ο οποίος εξάλλου μπροστά στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιούνη θέλει «αριστερό προφίλ») σε συνδυασμό με την πιθανή νίκη του Σύριζα στις προσεχείς εκλογές θα έχουν ως αποτέλεσμα την αλλαγή του ευρωπαϊκού πλαισίου είναι το εξής: αν είναι μια φορά λάθος να μην υπολογίζει κανείς τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις, ανάμεσα σε κράτη ή μεμονωμένα αφεντικά, είναι δέκα φορές λάθος να προβάλει σε αυτές τις επιθυμίες ή τις προσδοκίες του.

Μια ελληνική έξοδος από το ευρώ μπορεί να προκαλέσει χάος και να διαλύσει όλο το οικοδόμημα ισχυρίζονται όσοι θεωρούν πως είναι εφικτή μια άλλη πολιτική στο πλαίσιο του ευρώ και αυτό το επιχείρημα είναι η βασική θέση του Σύριζα. Κατά τη γνώμη μας η θέση παίρνει ως δεδομένο ένα βαθμό ορθολογισμού του συστήματος, αλλά και δεν αντιλαμβάνεται πως και μια ριζοσπαστική -για το πλαίσιο που συζητάμε- πολιτική, εκλαμβάνεται εξίσου από την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία και τις αγορές ως απειλή για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Αν τώρα κανείς θεωρεί πως μπορεί να επιβάλει αλλαγές στην Ευρώπη των αγορών μόνο με το φόβητρο του ντόμινου και με όπλο την ψήφο του ελληνικού λαού, προκύπτει εύλογο το ερώτημα γιατί να σταματήσει εκεί και να μην ολοκληρώσει τη ρήξη μετασχηματίζοντας όλη την Ευρώπη;

Αν δεν αντιληφθούμε τους συσχετισμούς και τη σοβαρότητα αυτών που παίζονται σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο θα βρεθούμε αντιμέτωποι με μια τεραστίων διαστάσεων ήττα, είτε αυτή πάρει και τα χαρακτηριστικά των ανοιχτών διώξεων είτε όχι.

Συνοψίζοντας λοιπόν μπορούμε να πούμε πως σαν τακτική η εκμετάλλευση των ενδοαστικών αντιθέσεων έχει νόημα, αρκεί να είναι ξεκάθαρο σε όσους την επικαλούνται, το όριό της. Αντίστοιχα φυσικά και οι «επαναστάτες ή οι μεταρρυθμιστές» της δραχμής ας έχουν υπόψη τους πως αυτή αποτελεί μια εναλλακτική και μάλιστα ανοιχτά δικτατορική του ελληνικού καπιταλισμού.

Η κρίση προς λύπη των χαζοχαρούμενων ευρωπαϊστών που ταυτίζουν την Ευρώπη με την ΕΕ, οδηγεί πια στη συντριβή των όποιων αστικοδημοκρατικών θεσμών της, ως το πολιτικό επακόλουθο της λογικής των οικονομικών μονοδρόμων. Πόσο αλήθεια καταρρέει ο μύθος της ενωμένης και δημοκρατικής Ευρώπης, όταν επίσημα πια διακηρύττεται η ωμή αλήθεια: «δεν υπάρχει κανένα περιθώριο άλλης πολιτικής που να αμφισβητεί έστω και λίγο, έστω και ως ρητορεία τα συμφέροντα των αγορών, είμαστε το πολιτικό τους προσωπικό και όσο και να ψηφίζετε ενάντια στις πολιτικές μας, όπως ο ήλιος λάμπει, έτσι θα ισχύει και ο φυσικός νόμος μας: νυν υπέρ πάντων το κεφάλαιο, ακόμα κι αν αυτό οδηγήσει στη διάλυση και στον πόλεμο όλων εναντίον όλων».
Φασιστικό πογκρόμ και αφωνία της αριστεράς

Την ίδια στιγμή που στις Βρυξέλλες επεξεργάζονται σχέδια εξόδου για την Ελλάδα, την ίδια στιγμή που ο Σύριζα βγαίνει πρώτος στα γκάλοπ και ετοιμάζεται είτε να διαψεύσει με παταγώδη τρόπο τις προσδοκίες εκατομμυρίων, συμβιβαζόμενος ή ηττημένος, είτε να βρεθεί να ηγείται ακούσια μιας πρωτοφανούς, στην πρόσφατη ιστορία, ταξικής σύγκρουσης, η δεξιά από την κοινοβουλευτική της έκφραση, μέχρι τις παρακρατικές συμορίες παίρνει θέσεις μάχης. Εκμεταλλευόμενοι χυδαία το φόνο ενός 29 χρόνου στην Πάτρα με φερόμενο ως δράστη έναν 17χρονο Αφγανό, οι ναζιστές επαναλαμβάνουν το πογκρόμ του περασμένου Μαϊου στην Αθήνα. Μάλιστα είτε λόγω της ανεξέλεγκτης ανθρώπινης σκόνης, είτε με στόχο ένα «ριζοσπαστικό» προφίλ, στην προσπάθειά τους να λιντσάρουν εισβάλλοντας στο χώρο διαμονής των μεταναστών, «συγκρούστηκαν» με τους μπάτσους.

Από κοντά τα τοπικά ρουφιανοκάναλα, και φυσικά η ΝΔ που απέδωσε ευθύνες για την κατάσταση στο Σύριζα. Ο ρατσισμός κι ο φασισμός που καλλιεργήθηκε συστηματικά από την αστική τάξη και τα φερέφωνά της, που επιβάλλεται με την τρομοκρατία των ναζιστικών συμμοριών και όχι με την αντιπαράθεση ιδεών, όπως νομίζει στην πλειοψηφία της η αριστερά, είναι το απόλυτο όπλο όχι για να αλλάξει η ατζέντα, αλλά για την επόμενη μέρα. Σε όλα αυτά, εκτός από το ότι αφήνονται απροστάτευτοι οι πραγματικοί απόκληροι στις επιθέσεις των φασισταριών, εκτός από το ότι δεν έγιναν προσπάθειες για δίκτυα στέγασης και σίτισης των μεταναστών κόντρα στη μαφία και το παρακράτος, επικρατεί -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- υποτίμηση ή ακόμα χειρότερα διάθεση «να καταλάβουμε» την οργή του κόσμου.

Και αυτό το σιωπητήριο απέναντι στο φασιστικό εσμό, εκτός από την αξιακή του διάσταση, έχει και θα έχει πρακτικές συνέπειες ακόμα και για όσους θεωρούν πως θα ξεφουσκώσει ή δεν τους αφορά. Κι αυτό αφορά τόσο το Σύριζα που μεθά από την αλλαγή των συσχετισμών στην Ευρώπη και την αριστερή κυβέρνηση που θα καταγγείλει πολιτικά το μνημόνιο (κάτι που από μόνο δε σημαίνει τίποτα), όσο και το ΚΚΕ με την αντιφασιστική του απουσία και την Ανταρσύα που δεν υπερασπίζεται ούτε τη συνιστώσα της το ΣΕΚ, που δέχτηκε χθες επίθεση στα γραφεία του από ορδές μπάτσων και φασιστών.

Όσο και να ισχυρίζεται κανείς πως οι ψηφοφόροι των ναζιστών δεν ήξεραν-δε ρώτησαν, όσο και αν θεωρεί πως μπροστά στην άνοδο της αριστεράς αυτά είναι λεπτομέρειες, δεν μπορεί να αγνοήσει πως η άνοδος του φασισμού υπερβαίνει καταρχήν την εκλογική απήχηση των αυγών, των οποιών τα στελέχη είναι καλεσμένα από τα μεσημεριανάδικα μέχρι τις σοβαρές εκπομπές σε ένα πλυντήριο από αυτά που ξέρουν να στήνουν τα κανάλια, όταν ετοιμάζουν τις εφεδρείες των αφεντικών τους. Η μεταγραφή στη ΝΔ των «σκληρών» του Λάος, η επαναφορά του φασίστα γέρου Πλεύρη στο Λάος, η συνεχής προώθηση των «μαύρων» πασόκων Λοβέρδου-Χρυσαυγίδη, ο υπηρεσιακός υπουργός άμυνας, στρατηγός των εφέδρων, υπερασπιστής των Οϋκάδων και των ακροδεξιών πολιτοφυλακών, πιστοποιούν τη βαθιά αναδιάταξη των κρατικών μηχανισμών εν όψει μιας πραγματικά υπαρξιακής ταξικής σύγκρουσης.

Ακόμα κι αν ο Σύριζα δεν είναι ένα φόβητρο για την αστική εξουσία, ακόμα κι αν δεν είναι το Λαϊκό Μέτωπο του 1936, αλλά όπως ισχυρίζονται ΚΚΕ κι ένα μέρος της Ανταρσύα, αριστερό ανάχωμα, η άνοδός του επιταχύνει τις εξελίξεις στους μηχανισμούς του βαθέως κράτους. Ας είναι ξεκάθαρο: οποιοδήποτε αναμέτρηση με το μνημόνιο ή τις πολιτικές λιτότητας, είναι κι αναμέτρηση όχι μόνο με το κράτος αλλά και με τις φασιστικές συμμορίες. Είναι σίγουρο πως μετά τις εκλογές, οι φασίστες θα συνεχίσουν πιο αναβαθμισμένα να συμπληρώνουν το έργο της ένστολης βίας, είτε ως αντιπολίτευση δρόμου σε μια αριστερή κυβέρνηση, είτε ως βοηθητικά τάγματα εφόδου μιας δεξιάς, είτε σε ένα όχι και τόσο απίθανο σενάριο χρεοκοπίας, ως ακροδεξιές πολιτοφυλακές ενός μίνι εμφυλίου. Όλα αυτά δεν ειπώνονται γιατί χάνουμε τη γενικότερη εικόνα που είναι δήθεν ο πανικός και το υπαρκτό όμως αδιέξοδο των αστών. Θεωρούμε πως η φασιστική ρητορική και πρακτική, με αποκορύφωμα τη δυσωδία των πογκρόμ είναι συστατικό κομμάτι της γενικότερης εικόνας και για να αντιμετωπιστούν δεν αρκεί ούτε η επίκληση στο λαό ή την εργατική τάξη, ούτε φυσικά η ιδεολογική αντιπαράθεση, αλλά ένας τολμηρός συνδυασμός αμείλικτης ιδεολογικής πάλης, πρακτικών λύσεων σε κοινωνικά προβλήματα σε γειτονιές και πάνω απ’ όλα οργανωμένη αυτοάμυνα.

Σε κάθε περίπτωση οδεύουμε προς εκλογάς, η πόλωση δυναμώνει και η αντιπαράθεση των στρατοπέδων δεν περιορίζεται στην εκλογική μάχη, ακριβώς όπως οι εκλογές αυτές θα αποτελέσουν ένα σημείο μετάβασης σε μια καινούρια ισορροπία, που όψεις της φάνηκαν ήδη. Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, οφείλουμε να θεωρούμε δεδομένα όλα όσα μπορούν να μας χαροποίησαν σε πρώτη φάση: την κρίση της αστικής ηγεμονίας, την άνοδο της αριστεράς, ακόμα και τις εσωτερικές κόντρες στην ευρωζώνη. Όλα αυτά, παράγωγα όχι μηχανιστικά της Κρίσης, δεν αποτελούν νίκες όπως ισχυρίζονται όσοι από αφέλεια, κούραση ή πολιτικαντισμό εμμένουν σε μια απλοϊκή ερμηνεία της πραγματικότητας. Αντίθετα για μας είναι ενδείξεις πως η ανισορροπία του συστήματος οδεύει σε μια κλιμάκωση, που αντιστοιχεί σε μια όξυνση της πάλης των τάξεων και των πολιτικών τους επιτελείων κι επαναφέρει με νέα ίσως μορφή τα παλιά και ξεχασμένα ζητούμενα: ποιος είναι ο δρόμος για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, ποιος κάνει τις επαναστάσεις, με ποια τακτική και στρατηγική, πως αντιμετωπίζεται η καπιταλιστική αντίδραση που για να διασωθεί το σύστημα δε θα σεβαστεί την αστική της νομιμότητα; Πέρα από εύκολους πανηγυρισμούς, πέρα από ηττοπάθειες ανοίγει ο δύσκολος δρόμος της συνειδητής πάλης, ακούγεται το κάλεσμα για μια ακόμη ιστορική απόπειρα μήπως και σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος που καταδικάζει την ανθρωπότητα στη βαρβαρότητα. Δεν έχουμε παρά να ανταποκριθούμε!

Άκης Τζάρας

Πηγή : Avantgarde

Ένα παράλληλο νόμισμα για την Ελλάδα;






Με βάση τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, οι επόμενες εκλογές στην Ελλάδα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα ακόμα πιο ομιχλώδες αποτέλεσμα, με τη νέα κυβέρνηση ανίκανη ή απρόθυμη να ανταποκριθεί στους δημοσιονομικούς όρους της τρόικα, αλλά και απρόθυμη συγχρόνως να εγκαταλείψει η χώρα οικειοθελώς το ευρώ. Τι θα συμβεί τότε;

Οικονομολόγοι, όπως ο Thomas Mayer (Deutsche Bank) και o Huw Pill (Goldman Sachs) πρόσφατα υποστήριξαν ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα θα μπορούσε να καταφύγει σε ένα «παράλληλο» νόμισμα που θα χρησιμοποιείται για ορισμένες εγχώριες συναλλαγές, διατηρώντας το ευρώ για τις υφιστάμενες τραπεζικές καταθέσεις και τις συναλλαγές με το εξωτερικό.

Ας φανταστούμε ότι η επόμενη ελληνική κυβέρνηση αρνείται να συμμορφωθεί με τους όρους της τρόικας, και επομένως παύει να λαμβάνει περαιτέρω οικονομική βοήθεια για

τη χρηματοδότηση του πρωτογενούς ελλείμματος. Αυτό το έλλειμμα ήταν 2,3 τοις εκατό του ΑΕΠ πέρυσι, και παρόλο που θεωρητικά ο στόχος είναι να μηδενιστεί φέτος, αυτό θα ήταν απίθανο κατόπιν συγκρότησης κυβέρνησης κατά της λιτότητας. Η Ελλάδα θα πρέπει, συνεπώς, να χρηματοδοτήσει ένα πρωτογενές έλλειμμα του 3 τοις εκατό (τουλάχιστον) του ΑΕΠ (€ 6 δισ. το χρόνο).

Έξω από το ευρώ, η Ελλάδα θα έχει τη δική της κεντρική τράπεζα, και ως εκ τούτου θα μπορούσε να τυπώσει χρήμα για τη χρηματοδότηση του πρωτογενούς ελλείμματος. Μέσα στο ευρώ, η ΕΚΤ δεν θα επέτρεπε ποτέ στην Τράπεζα της Ελλάδος να κάνει κάτι παρόμοιο. Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να καταφύγει στην πληρωμή

μέρους των δημόσιων δαπανών της μέσω της έκδοσης γραμματίων που θεωρητικά θα ήταν μετατρέψιμα πίσω σε ευρώ κάποια στιγμή στο μέλλον.

Τα γραμμάτια αυτά δε θα είχαν επισήμως την ιδιότητα του νόμιμου χρήματος, δεδομένου ότι αυτό είναι σαφώς κατά των όρων των συμβάσεων που έχει υπογράψει η

Ελλάδα. Ωστόσο, μια άτυπη αγορά θα μπορούσε να αναπτυχθεί με τα γραμμάτια αυτά, με πολύ χαμηλότερα επιτόκια έναντι του ευρώ. Θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιούνται ως παράλληλο άτυπο νόμισμα για να διευκολύνουν τις συναλλαγές της οικονομίας.

Το αποτέλεσμα θα ήταν, συνεπώς, ότι μέρος των δαπανών της ελληνικής κυβέρνησης θα χρηματοδοτούνταν με ένα εσωτερικά υποτίμημένο «νόμισμα», το οποίο θα μπορούσε, για παράδειγμα, να μειώσει τους μισθούς των Ελλήνων εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, σε σύγκριση με το ευρώ. Δεν είναι σαφές κατά πόσον τα συνδικάτα θα ήταν πιο πρόθυμα να δεχτούν αυτή τη μορφή πραγματικών περικοπών των μισθών από ό,τι τη πιο 'φυσιολογική' εκδοχή που επιβάλλεται μέσω της μείωσης των ονομαστικών μισθών. Αν όχι, δεν θα υπήρχε νόημα να προχωρήσει το σχέδιο αυτό.

Εν τω μεταξύ, τι θα συμβεί με τις ελληνικές τράπεζες;

Αυτό θα εξαρτηθεί εξ ολοκλήρου από τη στάση της ΕΚΤ. Μετά την ουσιαστική χρεοκοπία της κυβέρνησης όσον αφορά το εσωτερικό χρέος της, οι τράπεζες θα κατέρρεαν - η ΕΚΤ μπορεί να επέλεγε να σώσει την οικονομία από το απόλυτο χάος που θα ακολουθήσει με τη διακοπή του συστήματος πληρωμών στην οικονομία, και η εξάλειψη μεγάλου μέρους των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών. Οι κίνδυνοι εξάπλωσης στην υπόλοιπη ευρωζώνη θα ήταν επίσης πολύ μεγάλοι.

Η ΕΚΤ δεν μπορεί να χορηγεί απευθείας δάνεια, ή να επιτρέπει στην Τράπεζα της Ελλάδος να δανείζει σε αφερέγγυες τράπεζες χωρίς ρευστότητα. Ο Mayer δηλώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες θα μπορούσαν να απορροφηθούν σε μια «κακή τράπεζα» της ευρωζώνης με κεφαλοποίηση από το EFSF, και άρα θα μπορούν έτσι να λαμβάνουν χρηματοδότηση από την ΕΚΤ. Αυτό συνεπάγεται ότι οι ελληνικές τραπεζικές καταθέσεις θα συνέχιζαν να υφίστανται σε ευρώ, και η εμπιστοσύνη στο σύστημα θα μπορούσε θεωρητικά να επανακερδιθεί, επιτρέποντας την επιστροφή των κεφαλαίων που έχουν πρόσφατα εκρεύσει από το ελληνικό σύστημα.

Το σενάριο αυτό πιθανότατα δεν θα εμπόδιζε την ελληνική οικονομία να περιέλθει σε μια πολύ βαθύτερη ύφεση, με περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, καθώς και τις κρατικές προμήθειες από τον ιδιωτικό τομέα να χρηματοδοτούνται μέσω υποτιμημένων γραμματίων. Από τη θετική πλευρά, όμως, η Ελλάδα θα παρέμενε στη ζώνη του ευρώ και της ΕΕ, έτσι ώστε να μπορούσε να ανακάμψει σταδιακά και να μεταβεί σε ένα πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού που θα της επέτρεπε να αποπληρώνει μέρος του εξωτερικού της χρέους. Κάτι τέτοιο θα είναι πολύ δύσκολο μετά την εξ' ολοκλήρου έξοδο από το ευρώ.

Πιο σημαντικό, οι καταστροφικές οικονομικές επιπτώσεις που θα προκύψουν από το κλείσιμο των τραπεζών και τη στάση πληρωμών θα μπορούσαν να αποφευχθούν μόνο με την ανοχή της ΕΚΤ, η οποία θα κληθεί να αυξήσει περαιτέρω την έκθεσή της στο χρέος της Ελλάδας. Η ΕΚΤ και η ευρωζώνη θα μπορούσαν να εξετάσουν αυτό το ενδεχόμενο προκειμένου να αποφευχθεί μια ανθρωπιστική καταστροφή στην Ελλάδα, μαζί με τους τεράστιους κινδύνους μετάδοσης και σε άλλες ταραγμένες οικονομίες.



Πηγή : Sofokleus10

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Γιώργος Σταμάτης: Παραγωγική μη παραγωγική εργασία (ΙI)













Το ότι ο Marx πραγματεύεται στον ΙΙΙο τόμο του Κεφαλαίου την διαδικασία κυκλοφορίας, στο βαθμό που είναι υλική διαδικασία, ως στιγμή της συνολικής διαδικασίας παραγωγής ως ενότητας της άμεσης διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας, και στο βαθμό που είναι μη υλική διαδικασία ανταλλαγής, ως actus purus, φαίνεται άμεσα από προϋποθέσεις που εισάγει εκεί, όπως την ακόλουθη:

«Διασαφηνίστηκε (στο βιβλίο [στον τόμο] Π, κεφ. VI: Το κόστος κυκλοφορίας, [μέρη] 2 και 3), ως ποιο βαθμό σε ένα διανεμητικό σχήμα η βιομηχανία μεταφορών, η φύλαξη [= αποθήκευση] και η διανομή των εμπορευμάτων πρέπει να θεωρηθούν διαδικασίες παραγωγής, οι οποίες συνεχίζονται εντός της διαδικασίας κυκλοφορίας. Αυτές οι ενδιάμεσες περιπτώσεις του εμπορευματικού κεφαλαίου [Warenkapital]17 συγχέονται εν μέρει με τις αυθεντικές λειτουργίες του εμπορευτικού κεφαλαίου [kaufmännisches Kapital] ή επορευματεμπορικού κεφαλαίου [Warenhandlungskapital]·18 εν μέρει βρίσκονται στην πράξη συνδεδεμένες με τις αυθεντικές ειδικές λειτουργίες του, παρόλο που με την ανάπτυξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας η λειτουργία του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου (Kaufmannskapital] αναπτύσσεται και καθαρά, δηλ. ως χωριστή από εκείνες και αυτοδύναμη απέναντι σε εκείνες τις υλικές λειτουργίες λειτουργία.

 Για τους [εδώ] σκοπούς μας, σύμφωνα με τους οποίους το ζήτημα είναι να προσδιορίσουμε την ειδική διαφορά αυτής της ιδιαίτερης μορφής του κεφαλαίου [του κεφαλαίου στην μορφή του ως εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου], πρέπει επομένως κατ' αφαιρετικόν τρόπο να μη λαμβάνουμε υπόψη μας εκείνες τις λειτουργίες [δηλ. τις λειτουργίες μεταφορών, φύλαξης και διανομής των εμπορευμάτων που επιτελεί επίσης το κεφάλαιο]. Στο βαθμό που εκείνο το κεφάλαιο που λειτουργεί μόνον στην διαδικασία κυκλοφορίας, ειδικά το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο, συνδέει εν μέρει εκείνες τις λειτουργίες με τις δικές του, δεν εμφανίζεται στην καθαρή μορφή του. Αφού πρώτα αφαιρέσουμε και του απομακρύνουμε εκείνες τις λειτουργίες έχουμε την καθαρή του μορφή»Η.

Είναι λοιπόν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι εδώ ο Marx προϋποθέτει τη θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως actus purus. Σύμφωνα με αυτήν την προϋπόθεση όλες οι υλικές και παραγωγικές λειτουργίες της κυκλοφορίας και κατά συνέπεια του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου (δηλ. αυτού που σήμερα ονομάζουμε εμπορικό κεφάλαιο) ανήκουν στην διαδικασία παραγωγής, η οποία ακριβώς ως εκ τούτου περιλαμβάνει και την διαδικασία κυκλοφορίας στο βαθμό που αυτή η τελευταία δεν είναι actus purus αλλά υλική διαδικασία παραγωγής, στον βαθμό δηλ. που επιτελεί τις παραπάνω υλικές λειτουργίες παραγωγής.

Η διαδικασία κυκλοφορίας και το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο που πραγματεύεται εδώ ο Marx είναι λοιπόν καθαρές αφαιρέσεις και δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματική διαδικασία κυκλοφορίας, η οποία, πέραν του ότι είναι διαδικασία ανταλλαγής, δηλ. μεταβίβασης δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί εμπορευμάτων, είναι κυρίως υλική διαδικασία παραγωγής, και με το πραγματικό εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο, το οποίο, πέραν του ότι διαμεσολαβεί τέτοιες μεταβιβάσεις in abstracto, παράγει υπηρεσίες χρησιμοποιώντας μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη. Έτσι γίνεται επίσης κατανοητό, γιατί ο Marx στο τέλος αυτού του κεφαλαίου γράφει: «Στην διαδικασία κυκλοφορίας όμως δεν παράγεται καμιά αξία, επομένως καν καμιά υπεραξία»20.

Όποιος δεν κατανόησε την προαναφερθείσα προϋπόθεση, μερικές σελίδες πριν, ερμηνεύει βέβαια αυτή τη φράση ως άποψη του Marx, σύμφωνα μ?; την οποία η απασχολούμενη στην κυκλοφορία εργασία είναι μη παραγωγική. Ξεχνώντας ότι η διαδικασία κυκλοφορίας, για την οποία πρόκειται εδώ, δεν απασχολεί καμιάν απολύτως εργασία, διότι θεωρείται όχι ως υλική διαδικασία αλλά ως actus purus. Αυτό φαίνεται καθαρότατα και από τις επεξηγήσεις του Marx που ακολουθούν αμέσως μετά την παρατεθείσα φράση. Γράφει ο Marx: «Πράγματι δεν συμβαίνει τίποτε άλλο από την μεταμόρφωση των εμπορευμάτων, η οποία ως τέτοια δεν έχει να κάνει τίποτα με την δημιουργία ή την μεταβολή της αξίας. Εάν κατά την πώληση του παραχθέντος εμπορεύματος πραγματώνεται μια υπεραξία, τότε [πραγματώνεται], επειδή αυτή η υπεραξία υπάρχει ήδη μέσα σ' αυτό.

Γι αυτό και κατά την δεύτερη πράξη, την επανταλλαγή του χρηματικού κεφαλαίου με εμπόρευμα (στοιχεία της παραγωγής), δεν πραγματώνεται καμιά υπεραξία από τον αγοραστή, αλλά εδώ απλώς δια της ανταλλαγής του χρήματος με μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη μπαίνει στο δρόμο η παραγωγή της υπεραξίας»21.

Την παραπάνω προϋπόθεση κάνει ο Marx στην αρχή του 18ου κεφαλαίου του ΠΙου τόμου του Κεφαλαίου, στο οποίο αρχίζει να πραγματεύεται και το ζήτημα αν η εργασία που απασχολεί το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο, δηλ. στην διαδικασία κυκλοφορίας, είναι παραγωγική ή μη παραγωγική εργασία. Υπό μια τέτοια προϋπόθεση είναι όμως αδύνατο να τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα. Διότι, πώς είναι δυνατόν να το πραγματευθεί κανείς όταν έχει ήδη προϋποθέσει την θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως actus purus, αφού η προϋπόθεση αυτή σημαίνει την θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως μιας διαδικασίας απογυμνωμένης απ' όλα τα υλικά της στοιχεία, ως μιας μη υλικής διαδικασίας, η οποία ως εκ τούτου δεν χρησιμοποιεί εργασιακή δύναμη και μέσα παραγωγής για να παράγει, αλλά συνίσταται στην in abstracto μεταβίβαση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί των εμπορευμάτων.

Το εν λόγω ζήτημα, το ζήτημα δηλ. αν η υπό το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο εργασία, η απασχολούμενη δηλ. στην διαδικασία κυκλοφορίας εργασία, είναι ή δεν είναι παραγωγική, μπορεί βέβαια να τεθεί μόνον εκεί, όπου η διαδικασία κυκλοφορίας θεωρείται ως αυτό που είναι στην πραγματικότητα, δηλ. ως υλική διαδικασία παραγωγής υπηρεσιών, στην οποία χρησιμοποιούνται μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη. Κι εδώ το ζήτημα είναι εύκολο να απαντηθεί: Στο βαθμό που αυτά τα μέσα παραγωγής έχουν λάβει την μορφή του κεφαλαίου, (συγκεκριμένα του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου), η εργασία αυτή είναι, ακριβώς ως υπαγμένη στο κεφάλαιο εργασία, παραγωγική, διαφορετικά, αν δηλ. αυτά τα μέσα παραγωγής δεν έχουν λάβει την μορφή του κεφαλαίου, μη παραγωγική εργασία.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι εδώ ο Marx πολύ συχνά πραγματεύεται την διαδικασία κυκλοφορίας όχι, όπως ήταν η αρχική του πρόθεση, μόνον ως actus purus, αλλά και ως υλική διαδικασία παραγωγής, με συνέπεια να εμπλέκεται σε αντιφάσεις. Έτσι π.χ. αμέσως μετά το τελευταίο χωρίο που παραθέσαμε γράφει (θεωρώντας τώρα την διαδικασία κυκλοφορίας ως υλική διαδικασία παραγωγής η οποία χρειάζεται χρόνο για την διεκπεραίωση της): «Αντιθέτως. Στο βαθμό που αυτές οι μεταμορφώσεις κοστίζουν χρόνο κυκλοφορίας - χρόνο, κατά τον οποίο το κεφάλαιο δεν παράγει κι επομένως δεν παράγει και υπεραξία, αυτός ο χρόνος κυκλοφορίας είναι περιορισμός της δημιουργίας αξίας, και η υπεραξία θα εκφραστεί ως ποσοστό κέρδους ακριβώς σε αντίστροφη αναλογία προς την διάρκεια του χρόνου κυκλοφορίας [δηλ. το ποσοστό κέρδους θα μειούται με αυξανόμενο χρόνο κυκλοφορίας].

Γι αυτό το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο δεν δημιουργεί ούτε αξία ούτε υπεραξία, δηλ. όχι άμεσα. Στο βαθμό που συμβάλλει στην μείωση του χρόνου κυκλοφορίας, δύναται να βοηθήσει έμμεσα να αυξηθεί η από τον βιομηχανικό καπιταλιστή παραγόμενη αξία» κ.λπ., κ.λπ.21. Εδώ πρόκειται πλέον για μια θεώρηση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως υλικής διαδικασίας. Ωστόσο εδώ δεν προκύπτουν ακόμη αντιφάσεις πέρα της μεθοδολογικής. Στην συνέχεια όμως ο Marx πέφτει σε αντιφάσεις που αφορούν τα ίδια τα πράγματα, επειδή, ενώ τώρα αναφέρεται πλέον στην διαδικασία κυκλοφορίας ως υλική διαδικασία, εξακολουθεί να την θεωρεί actus purus. H παρουσίαση τους και η ανάλυση τους θα απαιτούσε πολύ χώρο. Παραπέμπουμε τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη στο 17ο κεφάλαιο του ΙΙΙου τόμου του Κεφαλαίου. Το σημαντικό ωστόσο είναι ότι ο Marx έχει συνείδηση αυτών των αντιφάσεων. Τις αντιλαμβάνεται τουλάχιστον ως ζητήματα που δεν έχουν ακόμη ξεκαθαριστεί ή ως δυσκολίες της ανάλυσης που δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί, και των οποίων το ξεκαθάρισμα ή, αντιστοίχως, η λύση επαφίονται στο μελλοντικό ξαναδούλεμα της ύλης.

Έτσι κατά την θεώρηση του κόστους της κυκλοφορίας γράφει: «Το μόνο μέρος αυτού του κόστους που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το τοποθετημένο σε μεταβλητό κεφάλαιο». Και προσθέτει εντός παρενθέσεως: «(Εκτός αυτού θα έπρεπε [αργότερα] να διερευνηθεί: Πρώτον, πώς ο νόμος, σύμφωνα με τον οποίο μόνον αναγκαία εργασία εισέρχεται στην αξία του εμπορεύματος, επιβάλλει την ισχύ του στην διαδικασία κυκλοφορίας. Δεύτερον, πώς εμφανίζεται η επισώρευση στο εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο. Τρίτον, πώς λειτουργεί το εμπορευτικό κεφάλαιο στην πραγματική συνολική διαδικασία αναπαραγωγής της κοινωνίας)»22. Και τρεις σελίδες παρακάτω επίσης εντός παρενθέσεως: «(Πρέπει λοιπόν να διερευνηθούν τα εξής σημεία: το μεταβλητό κεφάλαιο τον εμπόρου· ο νόμος της αναγκαίας εργασίας στην κυκλοφορία· πώς η εμπορική εργασία διατηρεί την αξία του σταθερού κεφαλαίου της· ο ρόλος του εμπορευτικού κεφαλαίου στην συνολική διαδικασία αναπαραγωγής - τέλος ο αναδιπλασιασμός σε επορευματικό κεφάλαιο και χρηματικό κεφάλαιο αφενός και σε εμπορευματεμπορικό και χρηματεμπορικό κεφάλαιο αφετέρου)»23.

Τα περισσότερα από τα παραπάνω ζητήματα που δεν έχει ακόμη και προτίθεται να ξεκαθαρίσει αργότερα ο Marx, είναι ζητήματα, η αποσαφήνιση των οποίων αποτελεί προφανώς αναγκαία προϋπόθεση της διερεύνησης του ερωτήματος αν η απασχολούμενη στην κυκλοφορία εργασία είναι ή δεν είναι παραγωγική εργασία. Όπου λοιπόν προσπαθεί να απαντήσει ορισμένες όψεις αυτού του ερωτήματος και τις απαντά λανθασμένα και αντιφατικά, σημειώνει αμέσως ο ίδιος τις δυσκολίες που προκύπτουν από την αντιφατική του απάντηση. Π.χ.: «Όπως η απλήρωτη εργασία του εργάτη δημιουργεί στο παραγωγικό κεφάλαιο άμεσα υπεραξία, [έτσι] προμηθεύει η απλήρωτη εργασία των εμπορικών μισθωτών εργατών στο εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο [Handelskapital] μια μερίδα σ' αυτήν την υπεραξία.

Η δυσκολία είναι αυτή: Αφού ο χρόνος εργασίας και η εργασία του εμπόρου [εννοεί τον εργαζόμενο στο εμπόριο] η ίδια δεν είναι δημιουργούσα αξία εργασία, καίτοι του προμηθεύει μερίδα στην παραχθείσα υπεραξία, πώς έχει το πράγμα με το μεταβλητό κεφάλαιο, το οποίο προκαταβάλλει για την αγορά απασχολούμενης στο εμπόριο εργασιακής δύναμης; Πρέπει να συνυπολογιστεί αυτό το μεταβλητό κεφάλαιο ως προκαταβολή κόστους στο προκαταβληθέν εμπορευματικό κεφάλαιο; Αν όχι, τότε αυτό φαίνεται να αντιφάσκει στον νόμο της εξίσωσης του ποσοστού κέρδους· ποιος καπιταλιστής θα προκατέβαλε 150, εάν του επετρέπετο να λογαριάσει μόνον 100 ως προκαταβληθέν κεφάλαιο; Εάν, παρόλα αυτά, ναι, τότε αυτό φαίνεται να αντιφάσκει στην ιδιαίτερη ύπαρξη [Wesen] του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου, επειδή αυτό το είδος κεφαλαίου δεν λειτουργεί ως κεφάλαιο θέτοντας, όπως το βιομηχανικό κεφάλαιο, ξένη εργασία σε κίνηση, αλλά δουλεύοντας αυτό το ίδιο, δηλ. επιτελώντας τις λειτουργίες της αγοράς και της πώλησης, και ακριβώς λόγω αυτού και δι αυτού μεταβιβάζει στον εαυτό του ένα μέρος της υπεραξίας που παρήγαγε το βιομηχανικό κεφάλαιο»24. Και συνεχίζει με το χωρίο, το οποίο παραθέσαμε αμέσως πριν απ' αυτό εδώ και στο οποίο απαριθμεί τα σημεία που πρέπει να ξεκαθαρίσει για να ξεπεράσει αυτή τη δυσκολία.

Οι αντιφάσεις, στις οποίες πέφτει εδώ το Marx, προκύπτουν όλες από την αντίφαση, ότι «η απλήρωτη εργασία... των εμπορικών υπαλλήλων, καίτοι δεν δημιουργεί αξία, δημιουργεί... [στον έμπορο καπιταλιστή]... την ιδιοποίηση υπεραξίας [η οποία παρήχθη από το βιομηχανικό κεφάλαιο]...»". Η αντίφαση γίνεται εμφανής, αν σκεφτεί κανείς, πώς είναι δυνατόν ο έμπορος να παίρνει υπεραξία που δεν παρήγαγαν οι εργάτες του. Υπό την προϋπόθεση ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται στις αξίες τους δυο δυνατότητες υπάρχουν: Ή πουλάει το εμπόρευμα σε μια αξία μεγαλύτερη απ' αυτήν που αυτό έχει (και η οποία εδώ, που οι μισθωτοί εργάτες του εμπόρου δεν παράγουν κατά τον Marx νέα αξία και υπεραξία, είναι ίση με την αξία. την οποία πλήρωσε ο έμπορος στον βιομήχανο) ή ο βιομήχανος πούλησε στον έμπορο το εμπόρευμα κάτω από την αξία του και αυτός το πουλάει τώρα στην αξία του26. Και στις δύο περιπτώσεις θα είχαμε όμως μια ανταλλαγή, η οποία δεν θα ήταν ανταλλαγή ισοδυνάμων.

Απ' αυτήν την αντίφαση προκύπτουν όλες οι άλλες: Ότι μια συγκεκριμένη χρήσιμη παράγουσα εμπορεύματα εργασία δεν δημιουργεί αξία. Ότι μια συγκεκριμένη χρήσιμη μισθωτή και υπαγμένη στο κεφάλαιο εργασία δεν δημιουργεί υπεραξία, ότι υπάρχει ένα είδος κεφαλαίου, το βιομηχανικό, το οποίο είναι παραγωγικό, παράγει δηλ. υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, και ένα άλλο είδος κεφαλαίου, το εμπορευματικό, το οποίο δεν είναι παραγωγικό, δεν παράγει δηλ. υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος - καίτοι η υπεραξία ή, αντιστοίχως, το κέρδος είναι «καρπός» κάθε μέσου παραγωγής που χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη, δηλ. του κεφαλαίου γενικά, και παράγει εμπορεύματα ανεξάρτητα από το είδος της αξίας χρήσης, στην οποία συνίστανται αυτά τα εμπορεύματα, καίτοι δηλ. η υπεραξία ή, αντιστοίχως, το κέρδος είναι «καρπός» του κεφαλαίου εν γένει. Ότι ένας τομέας (ο βιομηχανικός) παίρνει λιγότερα απ' ό,τι παρήγαγε, κι ένας άλλος (ο τομέας του εμπορίου) παίρνει κάτι που δεν παρήγαγε καθόλου, καίτοι έχουμε εμπορευματική παραγωγή και έτσι ό,τι παράγει ένας τομέας αυτό και παίρνει και ό,τι παίρνει αυτό και παράγει.

Τελικά όμως ο Marx κλείνει το 17ο Κεφάλαιο του ΙΙΙου τόμου του Κεφαλαίου, λέγοντας παρόλα αυτά το ορθό: «Στο βιομηχανικό κεφάλαιο το κόστος κυκλοφορίας εμφανίζεται ως, και είναι για αυτό το κεφάλαιο, κόστος χωρίς ουσιώδη λόγο [Unkosten]. Στον έμπορο εμφανίζεται το κόστος κυκλοφορίας ως πηγή του κέρδους του, το οποίο - υπό την προϋπόθεση ενός γενικού ποσοστού κέρδους - είναι ανάλογο του μεγέθους αυτού του κόστους. Ως εκ τούτου η δαπάνη που έχει να κάνει το εμπορευτικό κεφάλαιο για αυτό το κόστος είναι για αυτό το κεφάλαιο παραγωγική τοποθέτηση. Επομένως και η εμπορική εργασία [η εργασία των εμπορικών υπαλλήλων], την οποία αγοράζει, είναι για αυτό το κεφάλαιο άμεσα παραγωγική»27.

Πολλοί αρέσκονται να συνθέτουν απόψεις, τις οποίες αποδίδουν στον ίδιο τον Marx, από λάθη του. Όπως όμως γνωρίζουμε από την λογική, από λάθος προκύπτει ο,τιδήποτε. Ο ορθός τρόπος ανάγνωσης του Marx όχι μόνον όσον αφορά το εν λόγω ζήτημα, αλλά γενικά, και όχι μόνον της ανάγνωσης του Marx, είναι αυτός, τον οποίον συνιστά ο Adorno για την ανάγνωση του Hegel: να δίνει κανείς προσοχή στην μεμονωμένη φράση, αλλά έχοντας κατά νου το όλον.

Μια ακόμη πηγή παρανόησης των μαρξικών απόψεων για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία είναι και η ελλιπής ανάγνωση και κατανόηση των όσων γράφει ο Marx για παραγωγική και μη παραγωγική εργασία στο Ιο Μέρος των θεωριών για την υπεραξία. Ο Marx των θεωριών για την υπεραξία έχει τις ίδιες - και εξίσου ξεκάθαρες - απόψεις για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία με τον Marx του Ιου τόμου του Κεφαλαίου και των Αποτελεσμάτων της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. Μόνον που εδώ δεν αναπτύσσει τις ίδιες τις δικές του απόψεις, αλλά υποβάλλει βάσει των δικών του τις απόψεις προγενέστερων του οικονομολόγων σε κριτική θεώρηση. Η ανάγνωση αυτής της θεώρησης δημιούργησε και δημιουργεί σε ορισμένους αναγνώστες δυσκολίες για τους ακόλουθους δυο λόγους:

Πρώτον, διότι ο Marx χρησιμοποιεί εδώ, όπως συχνά και αλλού, την ίδια τη γλώσσα του κρινόμενου. Έτσι όσοι δεν κατανοούν την ρεαλιστική και συγχρόνως ειρωνική λειτουργία αυτού του τρόπου κριτικής διένεξης με ένα ξένο κείμενο εκλαμβάνουν την ρεαλιστική ειρωνική ιδιοποίηση και χρήση της γλώσσας του κειμένου απ' αυτόν που το παρουσιάζει κριτικά ως συμφωνία του τελευταίου με το περιεχόμενο του κειμένου. Επιπροσθέτως, ο Marx εδώ, επειδή οι θεωρίες για την υπεραξία είναι σημειώσεις εργασίας και κείμενο με αποδέκτη τον ίδιο το συγγραφέα του, κείμενο δηλ. διένεξης του ίδιου του συγγραφέα με το υλικό του, η οποία αποσκοπεί στην κατανόηση του απ' αυτόν τον ίδιο, κι όχι παρουσίαση ενός ήδη ξεκαθαρισμένου υλικού για τον αναγνώστη, χρησιμοποιεί, προφανώς χάριν απλούστευσης και συντομίας, μια και το κείμενο είναι ένα κείμενο δι ιδίαν κατανόησιν του αντικειμένου κι έτσι δεν τίθεται θέμα παρανόησης από μέρους του ανύπαρκτου ακόμη αναγνώστη, όχι πάντα, όταν εκθέτει ξένες απόψεις, τον συνήθη στη γερμανική γλώσσα πλάγιο λόγο (indirekte Rede), ο οποίος δηλοί, ότι οι εκτιθέμενες δεν είναι οι απόψεις του γράφοντος αλλά ξένες απόψεις, που εκτίθενται είτε ουδέτερα είτε με την ταυτόχρονη έκφραση αμφιβολίας ως προς την ορθότητα τους.

Συνήθως ο πλάγιος λόγος χρησιμοποιείται σε μια ή δυο προτάσεις ή σε μια περίοδο. Όταν οι ξένες απόψεις που πρόκειται να παρατεθούν απαιτούν περισσότερες περιόδους, ή τον εγκαταλείπει κανείς και περιορίζεται σε ενδείξεις του τύπου «κατά τον», «σύμφωνα με τον» ή παραλείπει κι αυτές τις τελευταίες ως ευκόλως εννοούμενες από τον αναγνώστη. Το τελευταίο κάνει εδώ και ο Marx.

Οι θεωρίες για την υπεραξία περιέχουν ωστόσο και αντιφατικές «εφαρμογές» των ορθών απόψεων του Marx για παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Γι αυτές τις αντιφατικές «εφαρμογές» ισχύει ό,τι ελέχθη παραπάνω για τις ανάλογες αντιφατικές «εφαρμογές» που περιέχονται στον ΠΙο τόμο του Κεφαλαίου. (Τέτοιες «εφαρμογές» περιέχονται διάσπαρτες και στα Grundrisse, αλλά και στο κεφάλαιο 6 του Που τόμου του Κεφαλαίου).

Δεν πρόκειται όμως εδώ μόνον για παρανοήσεις απόψεων του Marx συνεπεία ελλιπούς ανάγνωσης και κατανόησης των αντιστοίχων γραπτών του. Διότι οι έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας στον καπιταλισμό είναι αντικειμενικές έννοιες. Έτσι - και στο βαθμό που ο Marx τις κατανοεί, όπως νομίζουμε, ορθά - δεν πρόκειται απλώς για μια παρανόηση των αντιστοίχων απόψεων του Marx, αλλά για πλάνες σχετικά με το ίδιο το αντικειμενικό περιεχόμενο αυτών των εννοιών. Ας μην ξεχνάμε, ότι τις έννοιες αυτές δεν τις εισήγαγε στην οικονομική επιστήμη πρώτος ο Marx.

Η κυριότερη πλάνη συνίσταται στην άποψη ότι η παραγωγική και η μη παραγωγική εργασία δεν προσδιορίζονται κοινωνικά από τις κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες καταβάλλεται, αλλά υλικά από το είδος των αξιών χρήσης που παράγουν. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Marx «η κακή συνήθεια, να ορίζει κανείς την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία δια του υλικού της περιεχομένου, προέρχεται από τρεις πηγές.

1. Η χαρακτηριστική για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και πηγάζουσα από την ουσία του φετιχιστική θεώρηση, η οποία βλέπει οικονομικές μορφικές προσδιοριστικότητες, όπως το να είναι κάτι εμπόρευμα, το να είναι κάτι παραγωγική εργασία κ.λπ., ως ιδιότητα προσήκουσα στους υλικούς· φορείς αυτών των μορφικών προσδιοριστικοτήτων ή κατηγοριών αυτούς καθεαυτούς.

2. Ότι, θεωρώντας την διαδικασία εργασίας ως τέτοια, παραγωγική είναι εκείνη μόνον η εργασία, η οποία καταλήγει σε ένα προϊόν (υλικό προϊόν, μια κι εδώ πρόκειται μόνον για υλικό πλούτο).

3. Ότι στην πραγματική διαδικασία αναπαραγωγής - θεωρουμένων των πραγματικών της στιγμών υφίσταται ως προς την δημιουργία κ.λπ. του πλούτου

μια μεγάλη διαφορά μεταξύ της εργασίας, η οποία παριστάνεται σε αναπαραγωγικά είδη [,] και άλλης [εργασίας], η οποία παριστάνεται σε απλά luxuries [πολυτελή είδη]»28.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η κυρίαρχη σήμερα άποψη, ότι κατά τον Marx παραγωγική είναι η εργασία, που δαπανάται στην υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής· και μη παραγωγική η εργασία, που δαπανάται στην διαδικασία κυκλοφορίας, όπου η υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής νοείται ως διαδικασία παραγωγής υλικών αξιών χρήσης και η διαδικασία κυκλοφορίας ως διαδικασία παραγωγής μη υλικών αξιών χρήσης, δηλ. υπηρεσιών.

Αν αυτή η άποψη ήταν ορθή, τότε ο Marx θα όριζε την παραγωγική και την μη παραγωγική εργασία με κριτήριο το είδος των αξιών χρήσης που αυτή παράγει, πράγμα όμως που όχι μόνον δεν κάνει, αλλά και υποβάλλει σε λεπτομερή κριτική στα Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής.

Η παραπάνω εσφαλμένη άποψη στηρίζεται και σε μια ακόμη παρανόηση μαρξικών εννοιών, στην παρανόηση των όρων πραγματική ή υλική παραγωγή, πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής, και διαδικασία κυκλοφορίας.

Όταν ο Marx ομιλεί για την πραγματική ή υλική παραγωγική ή για την πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής δεν εννοεί την διαδικασία υλικών αγαθών σε αντιδιαστολή προς την διαδικασία παραγωγής υπηρεσιών, αλλά την διαδικασία παραγωγής αξιών χρήσης εν γένει - υλικών αξιών χρήσης ή υπηρεσιών - σε αντιδιαστολή προς αυτή την ίδια διαδικασία ως διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής κοινωνικών σχέσεων και συγκεκριμένα σχέσεων παραγωγής30. Με πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής εννοεί την κατά τον τρόπο που περιγράψαμε παραπάνω απλοποιημένη (απλοποιημένη δηλ. ως προς το ότι προϋποθέτει, ότι κάθε παραγωγός πουλά στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή) διαδικασία παραγωγής.

Πραγματική ή υλική ονομάζει αυτήν την διαδικασία όχι επειδή παράγει δήθεν μόνον υλικές αξίες χρήσης, αλλά επειδή είναι μια πραγματική υλική διαδικασία, δηλ. μια διαδικασία που χρησιμοποιεί εργασιακή δύναμη και ύλες για να παράγει ό,τι παράγει (υλικά αγαθά και υπηρεσίες). Και άμεση την ονομάζει, επειδή την πραγματεύεται αφαιρετικά ως διαδικασία των άμεσων μόνον προϊόντων της, των αξιών χρήσης που παράγει, κι όχι ως διαδικασία παραγωγής των εμμέσων προϊόντων της, δηλ. των σχέσεων παραγωγής.

Επίσης, όταν ο Marx ομιλεί για την διαδικασία κυκλοφορίας δεν εννοεί πάντα τα μέρη της πραγματικής ή υλικής ή άμεσης διαδικασίας παραγωγής, τα οποία αναφέρονται σ' αυτό που η προεπιστημονική αντίληψη των πραγμάτων ονομάζει «κυκλοφορία», δηλ. στο εμπόριο κ.λπ., αλλά συχνά την διαδικασία κυκλοφορίας ως actus purus, δηλ. ως σύνολο των πράξεων ανταλλαγής. Όπως ακριβώς, όταν λέει, ότι η αξία και η υπεραξία δεν παράγονται στην κυκλοφορία, αλλά στην παραγωγή και πραγματώνονται μόνον στην κυκλοφορία, δεν εννοεί ότι μόνον η υλική παραγωγή και εμπόριο ή ο τομέας των υπηρεσιών, δηλ. η «κυκλοφορία», παράγει αξία και υπεραξία, αλλά απλώς, ότι κατά την ανταλλαγή ως actus purus δεν πραγματώνεται καμιά αξία και υπεραξία που δεν έχει προηγουμένως παραχθεί στη διαδικασία παραγωγής υλικών αγαθών και υπηρεσιών, δηλ. ότι κατά την ανταλλαγή ως actus purus δεν παράγεται καμιά νέα αξία και υπεραξία (πράγμα αυτονόητο βέβαια, διότι κατ' αυτήν την ανταλλαγή δεν ξοδεύεται εργασιακή δύναμη και δεν παράγεται κανένα προϊόν).

Όταν ο Marx ομιλεί για πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής και για διαδικασία κυκλοφορίας ως για δυο χωριστές διαδικασίες, πρόκειται για αναλυτικές, αν θέλετε, έννοιες, οι οποίες δεν αντιστοιχούν σε δυο υπαρκτές διαφορετικές διαδικασίες. Γι αυτό και δεν επιτρέπεται να τις οντοποιεί κανείς, όπως γίνεται στην παραπάνω εσφαλμένη άποψη, σύμφωνα με την οποία η διαδικασία παραγωγής είναι μια διαδικασία παραγωγής υλικών, ενώ η διαδικασία κυκλοφορίας μια διαδικασία μη υλικών αγαθών. Δεν υπάρχουν δυο τέτοιες χωριστές διαδικασίες.

Μόνον στην μαρξική συνολική διαδικασία παραγωγής ως ενότητα τηξ διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας αντιστοιχεί μια υπαρκτή, πραγματική διαδικασία: η διαδικασία παραγωγής υλικών αγαθών και υπηρεσιών, η οποία συμπεριλαμβάνει πέραν της άμεσης διαδικασίας παραγωγής (στην οποία ο Marx προϋποθέτει απλουστευτικά, ότι όλοι οι παραγωγοί πουλούν άμεσα οι ίδιοι στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή) και την διαδικασία «κυκλοφορίας» (την διαδικασία παραγωγής των τομέων της «κυκλοφορίας»), κατά την θεώρηση της οποίας λαμβάνεται δηλ. υπόψη και το γεγονός, ότι δεν πουλάει κάθε παραγωγός άμεσα στον τελικό χρήστη ή καταναλωτή, και επομένως και το σύνολο των αντιστοίχων πραγματικών υλικών πράξεων ανταλλαγής.

Η διαδικασία αυτή, όταν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη πραγματική καπιταλιστική κοινωνία, παράγει τόσο καπιταλιστικά εμπορεύματα, όσο και αξίες χρήσεις, οι οποίες ή δεν είναι καθόλου εμπορεύματα ή είναι απλά εμπορεύματα, και συνεπώς χρησιμοποιεί τόσο παραγωγική εργασία (για την παραγωγή καπιταλιστικών εμπορευμάτων), όσο και μη παραγωγική εργασία (για την παραγωγή είτε αξιών χρήσης, που δεν •είναι εμπορεύματα, είτε αξιών χρήσης που είναι απλά εμπορεύματα) - αδιάφορο τι είδους αξίες χρήσης, υλικά αγαθά ή υπηρεσίες παράγει το καθένα απ' αυτά τα δύο είδη εργασίας.

Έτσι ένας τομέας παραγωγής είναι παραγωγικός, όταν χρησιμοποιεί παραγωγική; και μη παραγωγικός, όταν χρησιμοποιεί μη παραγωγική εργασία, δηλ. παραγωγικός, όταν είναι υπαγμένος, και μη παραγωγικός, όταν δεν είναι υπαγμένος στο κεφάλαιο.

Οι τομείς παραγωγής σχηματίζονται με συμβατικά κριτήρια. Το συνηθέστερο απ' αυτά είναι το είδος του τελικού προϊόντος του τομέα. Γι αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι υπάρχουν τομείς που χρησιμοποιούν παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Διότι αυτό σημαίνει απλώς ότι οι τομείς αυτοί έχουν, σύμφωνα με το παραπάνω κριτήριο, συντεθεί από μονάδες παραγωγής, στις οποίες η εργασία είναι, και από μονάδες παραγωγής, στις οποίες η εργασία δεν είναι υπαγμένη στο κεφάλαιο. Ένας τέτοιος τομέας είναι π.χ. ο αγροτικός τομέας.

Ας παρατηρήσουμε τέλος, ότι, όπου ο Marx προϋποθέτει την συνολική διαδικασία παραγωγής ως ενότητα της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας, προϋποθέτει και την διαδικασία κυκλοφορίας ως actus purus, ως μη υλική διαδικασία μεταβίβασης ιδιοκτησίας, κι όχι ως υλική διαδικασία παράγων;

γης αξιών χρήσης που παράγονται στη σφαίρα της κυκλοφορίας, δηλ. στους τομείς παραγωγής εμπόριο, πίστη, υπηρεσίες κ.λπ., διότι αυτή η τελευταία συμπεριλαμβάνεται τώρα στη συνολική διαδικασία παραγωγής ως ενότητα της διαδικασίας παραγωγής και κυκλοφορίας.

Αυτοί, που πρεσβεύουν την άποψη ότι παραγωγική είναι η εργασία, που δαπανάται για την παραγωγή υλικών αξιών χρήσης, και μη παραγωγική αυτή, που δαπανάται για την παραγωγή μη υλικών αξιών χρήσης, και συνεπώς ότι παραγωγικοί είναι οι τομείς, που παράγουν υλικά αγαθά, ενώ μη παραγωγικοί αυτοί, που παράγουν μη υλικά αγαθά (υπηρεσίες), ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι, επειδή κατά τον Marx η μη παραγωγική εργασία δεν παράγει υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, η υπεραξία ή, αντιστοίχως, το κέρδος, που ιδιοποιούνται οι μη παραγωγικοί τομείς, δεν μπορεί παρά να μεταβιβάζεται σ' αυτούς από τους παραγωγικούς τομείς.

Δείξαμε ήδη, ότι μια τέτοια μεταβίβαση είναι αδύνατη.







........... Ο διωγμός της «μη παραγωγικής» εργασίας



Ας επιστρέψουμε όμως στις μαρξικές έννοιες της παραγωγικής και της μη παραγωγικής εργασίας. Οι έννοιες αυτές είναι ιστορικές έννοιες31.

Σε κάθε κοινωνία τίθεται το ερώτημα, σε τι συνίσταται ο πλούτος της, και συνεπώς το ερώτημα, τι παράγει αυτόν τον πλούτο. Ό,τι τον παράγει είναι παραγωγικό, ό,τι δεν παράγει, ενώ θα μπορούσε, κοινωνικό πλούτο, είναι μη παραγωγικό. Κάθε κοινωνία, σε αντιστοιχία με τον τρόπο παραγωγής της, δίνει, όχι απλώς θεωρητικά, αλλά έμπρακτα, διαφορετική απάντηση στο ερώτημα, σε τι συνίσταται ο πλούτος της και κατά συνέπεια στο ερώτημα, τι παράγει και τι, ενώ θα μπορούσε, δεν παράγει κοινωνικό πλούτο, και, τέλος, στο ερώτημα, τι είναι παραγωγικό και μη παραγωγικό.

Έτσι για την κοινωνία της μερκαντιλιστικής εποχής ο πλούτος μιας χώρας συνίσταται στα ευγενή μέταλλα που κατέχει αυτή η χώρα, τα οποία αποκτά εξάγοντας εμπορεύματα. Παραγωγικά είναι λοιπόν για την μερκαντιλιστική κοινωνία το εξωτερικό εμπόριο και η εργασία που δαπανάται στην παραγωγή των εξαγομένων προϊόντων και ιδιαιτέρως στην ίδια την διαδικασία του εξωτερικού εμπορίου. Τις απόψεις αυτές εκφράζουν οι μερακντιλιστές οικονομολόγοι.

Για την προβιομηχανική αγροτική κοινωνία ο πλούτος της συνίσταται στο προϊόν της γης, το οποίο παράγουν οι ασχολούμενοι με την γεωργία, συνεπώς για την κοινωνία αυτή παραγωγικές είναι μόνον η γεωργική τάξη και η εργασία της. Τις απόψεις αυτές εκφράζουν οι Φυσιοκράτες.

Στον καπιταλισμό ο πλούτος συνίσταται στο κέρδος, το οποίο παράγει η υπαγμένη στο κεφάλαιο εργασία (αδιάφορο τι είδους αξίες χρήσης παράγει)32.

Η διάκριση (των Κλασικών και) του Marx μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας δεν γίνεται από μια κάποια αυθαίρετη «θεωρητική» σκοπιά, αλλά από την πραγματική και έγκυρη σκοπιά της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας, δηλ. της κυρίαρχης τάξης αυτής της κοινωνίας, των καπιταλιστών στο σύνολο τους. Είναι μια ρεαλιστική διάκριση και ένας ρεαλιστικός, απορρέον δηλ. από τα πράγματα, σχηματισμός εννοιών. Οι έννοιες αυτές έχουνε, όπως είπαμε ήδη, ιστορικό χαρακτήρα. Αναλυτικό χαρακτήρα έχουν μόνον οι διακρίσεις μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας, τις οποίες κάνει ο Marx για την εργασία στην καπιταλιστική κοινωνία μια φορά από την άποψη της διαδικασίας παραγωγής ως διαδικασίας εργασίας, δηλ. παραγωγής αξιών χρήσης εν γένει.

 Η αναλυτική σημασία αυτών των διακρίσεων έγκειται στο ότι βοηθούν στην πληρέστερη κατανόηση της διάκρισης μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Ωστόσο είναι, όπως αναφέραμε ήδη, δυνατόν να εννοηθούν και ιστορικά: ως διακρίσεις μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας σε μια κοινωνία, που τα προϊόντα δεν λαμβάνουν την μορφή του εμπορεύματος, και σε μια κοινωνία απλών εμπορευματοπαραγωγών αντιστοίχως.

Σε κάθε κοινωνία, και ανεξάρτητα από το εκάστοτε συγκεκριμένο περιεχόμενο του, ο προσδιορισμός «μη παραγωγικός» έχει προφανώς αρνητική χροιά. Διότι «μη παραγωγικός» σημαίνει μη υπαγμένος στην νόρμα, δηλ. στον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής.

Μετά την τελευταία αυτή διαπίστωση είμαστε πλέον σε θέση να κατανοήσουμε και να εκτιμήσουμε τη σημασία των όσων διαβάζουμε τα τελευταία χρόνια στον τύπο, άλλα όχι μόνον στον τύπο, περί μη παραγωγικών εργατών. Να κατανοήσουμε και να αξιολογήσουμε ορθά τη συστηματική καλλιέργεια ενός κλίματος, εντός του οποίου ορισμένες επαγγελματικές ασχολίες παρουσιάζονται αρνητικά ως μη παραγωγικές, ζημιογόνες, παρασιτικές, παραοικονομικές κ.λπ., όπως αυτές του ,δημοσίου υπαλλήλου, του αυτοαπασχολούμενου κ.λπ. Εννοούμε εκείνο το είδος ψυχρού διωγμού που κηρύσσεται από «αριστερούς» επιστημονίζοντες δημιοσιογράφους και γνωστούς από την δια του τύπου φήμη τους κοινωνικούς επιστήμονες εναντίον των παραπάνω επαγγελματικών ομάδων, οι οποίες - χωρίς οι «διώκτες» τους να έχουν έστω και την ελάχιστη ιδέα γι' αυτό - αποτελούνται από μη παραγωγικούς εργάτες, με το νόημα που δίνει ο Marx στον όρο.

Γιατί όμως στρέφονται εναντίον τους; Μήπως είναι πράγματι παράσιτα;

Όχι βέβαια! Διότι παράγουν χρήσιμα πράγματα. Παράγουν όμως χρήσιμα πράγματα, τα οποία είτε δεν είναι εμπορεύματα είτε είναι απλά εμπορεύματα. Παράγουν δηλ. χρήσιμα πράγματα, τα οποία δεν είναι καπιταλιστικά εμπορεύματα. Τουτέστιν παράγουν μεν χρήσιμα πράγματα όχι όμως και κέρδος, παράγουν δηλ. χρήσιμα πράγματα εν γένει, όχι χρήσιμα πράγματα για το κεφάλαιο. Και αυτό μάλλον είναι το «έγκλημα» τους.

Και ο διωγμός τους τι σημαίνει; Σημαίνει προφανώς, ότι πρέπει, επιτέλους, όλοι αυτοί να υπαχθούν άμεσα στο κεφάλαιο, να μετατραπούν σε εργάτες του καπιταλιστικού τομέα: ο αυτοαπασχολούμενος σουβλατζής στο Μακντόναλντ, ο δημόσιος υπάλληλος και ο υπάλληλος του δημόσιου οργανισμού στο εργοστάσιο, στη διαφημιστική ή στην ασφαλιστική εταιρεία, ο αυταπασχολούμενος μηχανικός αυτοκινήτου στο μεγάλο εξουσιοδοτημένο συνεργείο κ.ο.κ., για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, δηλ. των κερδών, τώρα που πρόκειται να μπούμε, τώρα που μπήκαμε ήδη στην ΕΟΚ, τώρα που έχουμε μπροστά μας το 1992, το 2000 κ.ο.κ. Και κανένα επιχείρημα δεν είναι αρκετά ευτελές ώστε να μην μπορεί να εξυπηρετήσει αυτόν τον ευγενή σκοπό.

Αλλά όχι μόνον τους μη παραγωγικούς, δηλ. τους μη υπαγμένους στο κεφάλαιο, αλλά και τους τυπικά μόνον υπαγμένους σ' αυτό εργαζόμενους, τους εργαζόμενους κατ' οίκον για λογαριασμό άλλων (φασόν), επιθυμούν να υπαγάγουν ουσιαστικά και άμεσα πλέον στο κεφάλαιο, να τους οδηγήσουν από τα σπίτια τους στον ορθολογικά οργανωμένο χώρο της καπιταλιστικής παραγωγής, στο εργοστάσιο. Γι αυτό έχουν κηρυχτεί και αυτοί ως παραοικονομούντες υπό διωγμόν.

Πρόκειται λοιπόν για μια «αριστερή» ιδεολογική προετοιμασία της «απελευθέρωσης» αυτών που δεν εργάζονται άμεσα υπό το κεφάλαιο από τα μέσα επιβίωσης των. Όχι τόσο επειδή το κεφάλαιο τους χρειάζεται άμεσα στην παραγωγή, αλλά επειδή του είναι αναγκαίοι για να αυξήσει την πολυάριθμη ήδη στρατιά των ανέργων και να ρίξει έτσι ακόμη περισσότερο τους μισθούς και να ανεβάσει επιτέλους την εργασιακή πειθαρχία.

Όσον αφορά, τέλος, ειδικότερα τους δημοσίους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους δημοσίων οργανισμών, εδώ οι «αριστεροί» συναντώνται με τους νεοφιλελεύθερους. Διότι με την υπαγωγή μέρους των δημοσίων υπαλλήλων στο κεφάλαιο ζητούν στην ουσία την ιδιωτικοποίηση ενός μέρους των κρατικών δραστηριοτήτων, όπως της υγείας, της παιδείας, της κοινωνικής ασφάλισης και άλλων δημοσίων κοινωνικών υπηρεσιών.





Σημειώσεις:


17.. Εμπορευματικό κεφάλαιο είναι το τοποθετημένο σε εμπορεύματα κεφάλαιο.

18.. Καίτοι εδώ το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο αναφέρεται από τον Marx ως συνώνυμο εμπορευματικού κεφαλαίου, είναι, σύμφωνα με τον ίδιο τον Marx ένα από τα δύο είδη του εμπορευματεμπορικού κεφαλαίου· το δεύτερο είναι το χρηματεμπορικό κεφάλαιο [Geldhandlungskapital]. Το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο είναι το κεφάλαιο που εμπορεύεται εμπορεύματα, δηλ. αυτό που συνήθως ονομάζουμε σήμερα εμπορικό κεφάλαιο, ενώ το χρηματεμπορικό κεφάλαιο είναι αυτό που εμπορεύεται χρήμα. Και τα δυο μαζί τα ονομάζει ο Marx εμπορευτικό κεφάλαιο.

19.. Karl Marx, Das Kapital, Bd. Ill, MEW Bd. 25, σελ. 278ε. Δες και σελ. 293.

20.. Kar! Marx, Das Kapital, Bd. Ill, MEW Bd. 25, σελ. 290ε.

21... Karl Marx, Das Kapital Bd. Ill, MEW Bd. 25, σελ. 291.

22..Karl Marx, Das Kapital, Bd. Ill, MEW, Bd. 25, σελ. 300.

23..Karl Marx, Das Kapital, Bd. III, ό.π., σελ. 305.

24.. Karl Marx. Das Kapital, Bd. III. MEW. Bd. 25. σελ. 305.

25.. Karl Marx. Das Kapital, Bd. Ill, MEW, Bd. 25. σελ. 305.

26.. Αντιστοίχως, αν τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται σε τιμές που διαφέρουν από τις αξίες.

27.. Karl Marx. Das Kapital, Bd. Ill, MEW, Bd. 25, σελ. 313.

Ωστόσο η άποψη του Marx, ότι το κόστος κυκλοφορίας εμφανίζεται στο βιομηχανικό κεφάλαιο και είναι για αυτό το κεφάλαιο κόστος χωρίς ουσιώδη λόγο, είναι ορθή στο βαθμό που για το κεφάλαιο κατ' αρχήν κάθε κόστος είναι κόστος χωρίς ουσιώδη λόγο. Το κόστος κυκλοφορίας δεν είναι κόστος, το οποίο πληρώνει το βιομηχανικό κεφάλαιο, αλλά κόστος, το οποίο πληρώνει το εμπορευματικό κεφάλαιο. Το βιομηχανικό κεφάλαιο φέρει έμμεσα μόνον το κόστος κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που αγοράζει αυτό το ίδιο. Το κόστος αυτό δεν διαφέρει όμως σε τίποτα από τα άλλα είδη κόστους, αλλά και από το κέρδος, που περιέχονται στις τιμές αυτών των εμπορευμάτων.

28.. Karl Marx, Resultate des unmittelbaren Produktionsprozesses, Frankfurt a.M., 1969, σελ. 72.

29.. Δες Karl Marx, Resultate..., ό.π.. σελ. 64 κ.ε.

30.. Τα αποτελέσματα αυτής της τελευταίας, δηλ. τις σχέσεις παραγωγής ως όχι άμεσα αποτελέσματα της διαδικασίας παραγωγής, πραγματεύεται ο Marx στα Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. Δες Karl Marx. Resultate..., ό.π., σελ. 3 κ.ε.

30.α. Δες Apostolos Dedousopoulos, Capitalism, Simple Commodity Production and Merchant Capital: The Political Economy of Greece in the 19th Century, Th. D., University of Kent 1986.

31.. Οι έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας τόσο από την άποψη της διαδικασίας εργασίας όσο και από την άποψη της διαδικασίας αξιοποίησης είναι βέβαια, ειδωμένες σε αναφορά προς την καπιταλιστική κοινωνία, αναλυτικές έννοιες. Είναι ωστόσο και αυτές ιστορικές, ειδωμένες σε αναφορά προς μια μη εμπορευματική κοινωνία ή προς μια κοινωνία απλών εμπορευματικών παραγωγών αντιστοίχως.

32.. Η πρακτική του συνυπολογισμού στον ετήσιο πλούτο και άλλων εισοδημάτων πλην του κέρδους, όπως των μισθών, διαμορφώθηκε για λόγους, που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ, πολύ αργότερα. Αρχικά, ρεαλιστικώ τω τρόπω, οι Φυσιοκράτες και οι Κλασικοί ονόμαζαν καθαρό προϊόν, produit net και net produce αντιστοίχως όχι το καθαρό προϊόν της γεωργίας και της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά το εισόδημα των ιδιοκτητών της γης και το εισόδημα των καπιταλιστών (κέρδος) αντιστοίχως, δηλ. το εισόδημα της αντίστοιχης κυρίαρχης τάξης.



Πηγή: Θέσεις


Γιώργος Σταμάτης: Παραγωγική μη παραγωγική εργασία (Ι)




Δημοσιεύουμε, σε δύο μέρη, κείμενο για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία με αφορμή πρόσφατους διαλόγους στο ιστολόγιο για τον "μη παραγωγικό" η "παρασιτικό' χαρακτήρα εργασιών και εμπορευμάτων καθώς και για το αν η εργασία στο εμπόριο και σε παρόμοιους κλάδους παράγει υπεραξία.












Παραγωγική και μη παραγωγική εργασία



.....Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η οποία παραπέμπει κι εδώ, και πάλι αδίκως, στον Marx, γίνονται και μεταβιβάσεις υπεραξίας και κέρδους από τους «παραγωγικούς» στους «μη παραγωγικούς» τομείς7. Η άποψη αυτή χρησιμοποιεί τους όρους «παραγωγικός» και «μη παραγωγικός» τομέας υποκειμενικά με το νόημα που έχουν στον ίδιο τον Marx, δηλ. θέλει να τους χρησιμοποιεί με το ίδιο νόημα που τους δίνει ο Marx, αντικειμενικά όμως, δηλ. στην πραγματικότητα και παρά την πρόθεση της, τους δίνει, όπως θα δούμε ένα τελείως διαφορετικό νόημα.

Οι παραγωγικοί και μη παραγωγικοί τομείς σχετίζονται στον Marx στενότατα με την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Τι είναι παραγωγική και μη παραγωγική εργασία στον Marx είναι - αδικαιολόγητα - αμφιλεγόμενο. Γιατί αδικαιολόγητα, θα φανεί από τα όσα ακολουθούν.

Ο Marx ορίζει τι είναι παραγωγική και τη μη παραγωγική εργασία στον Ιο τόμο του «Κεφαλαίου»70. Από την άποψη της διαδικασίας εργασίας, δηλ. της διαδικασίας παραγωγής αξιών χρήσης, παραγωγική είναι η εργασία, που παράγει αξίες χρήσης, και μη παραγωγική αυτή, που δεν παράγει αξίες χρήσης. Επειδή όμως η εργασία, για την οποία πρόκειται εδώ, για την οποία δηλ. ερωτάται στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση αν είναι παραγωγική ή μη παραγωγική, είναι εξ ορισμού εν γένει χρήσιμη εργασία, δηλ. σκόπιμη ανθρώπινη δραστηριότητα προς παραγωγή χρήσιμων πραγμάτων εν γένει, αξιών χρήσης εν γένει (υλικών αγαθών ή υπηρεσιών), από την άποψη της διαδικασίας εργασίας είναι, ως εξ ορισμού εν γένει χρήσιμη εργασία, παραγωγική εργασία.

Έτσι απ' αυτήν την άποψη παραγωγική είναι τόσο η εργασία της νοικοκυράς (η οποία ούτε μισθιακή εργασία είναι, ούτε παράγει εμπορεύματα αλλά παράγει απλώς αξίες χρήσης για την ίδια την νοικοκυρά ή και για την οικογένεια της), όσο και η εργασία της οικιακής βοηθού (η οποία είναι μισθιακή εργασία, αλλά δεν παράγει εμπορεύματα παρά απλώς αξίες χρήσης για λογαριασμό και για ατομική κατανάλωση αυτού, ο οποίος την πληρώνει δηλ. παράγει, όπως τις ονομάζει ο Marx προσωπικές υπηρεσίες), όσο και η εργασία του γεωργού που είναι ιδιοκτήτης της γης του και των μέσων παραγωγής του και δεν χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη (η οποία δεν είναι μισθιακή εργασία και παράγει αξίες χρήσης, που, στο βαθμό που δεν καταναλώνει ο ίδιος, αλλά πουλάει τα προϊόντα του, είναι απλά, όχι καπιταλιστικά, εμπορεύματα, δηλ. εμπορεύματα, η αξία ή, αντιστοίχως, η τιμή των οποίων δεν περιέχει υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος), όσο και η εργασία του δημοσίου υπαλλήλου (η οποία είναι μισθιακή εργασία που παράγει αξίες χρήσεις που δεν είναι εμπορεύματα), όσο και η εργασία του υπαλλήλου δημοσίου οργανισμού ή ιδιωτικού οργανισμού μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (η οποία είναι μισθιακή εργασία που παράγει αξίες χρήσης που είναι απλά, όχι καπιταλιστικά, εμπορεύματα8) , όσο, τέλος, και η εργασία του υπό το κεφάλαιο εργαζόμενου μισθωτού εργάτη (η οποία παράγει αξίες χρήσης που είναι εμπορεύματα και μάλιστα καπιταλιστικά, όχι απλά, εμπορεύματα, δηλ. εμπορεύματα, η - αξία ή, αντιστοίχως, η τιμή των οποίων εμπεριέχει και υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος) είναι χρήσιμες και ως εκ τούτου παραγωγικές εργασίες.

Από την άποψη της διαδικασίας αξιοποίησης, δηλ. της διαδικασίας παραγωγής ανταλλακτικών αξιών εν γένει, τουτέστιν εμπορευμάτων εν γένει (απλών ή καπιταλιστικών εμπορευμάτων), παραγωγική είναι η εργασία, που παράγει, και μη παραγωγική η εργασία, που δεν παράγει εμπορεύματα.

Μη παραγωγική είναι λοιπόν από την άποψη της διαδικασίας αξιοποίησης εκείνη η εργασία που παράγει αξίες χρήσης, οι οποίες όμως δεν είναι εμπορεύματα (όπως π.χ. η εργασία της νοικοκυράς, της οικιακής βοηθού, του δημοσίου υπαλλήλου), και παραγωγική κάθε εργασία, που παράγει εμπορεύματα εν γένει (όπως π.χ. η εργασία του προαναφερθέντος γεωργού, στο βαθμό που αυτός πουλάει και δεν καταναλώνει ο ίδιος τα προϊόντα του, η εργασία του υπαλλήλου σε δημόσιο οργανισμό ή σε ιδιωτικό οργανισμό μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και η εργασία του υπό το κεφάλαιο μισθωτού εργαζομένου).

Από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής ως ενότητας της διαδικασίας της άμεσης παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας, από την άποψη δηλ. της διαδικασίας παραγωγής υπεραξίας ή, αντιστοίχως, κέρδους, παραγωγική είναι η εργασία, που παράγει, και μη παραγωγική η εργασία, που δεν παράγει υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος9.

Για να παραγάγει κανείς υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, πρέπει να παραγάγει και να πουλήσει καπιταλιστικά εμπορεύματα, για να παραγάγει και να πουλήσει καπιταλιστικά εμπορεύματα, πρέπει να παραγάγει και να πουλήσει εμπορεύματα εν γένει, δηλ. αξίες χρήσεις για άλλους, και, για να παραγάγει και να πουλήσει αξίες χρήσης για άλλους, πρέπει να παραγάγει αξίες χρήσης.

Έτσι από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής παραγωγική δεν είναι η εργασία, που παράγει απλώς αξίες χρήσεις, ούτε η εργασία, που παράγει εμπορεύματα εν γένει, αλλά η εργασία, που παράγει αξίες χρήσεις, οι οποίες είναι εμπορεύματα, τα οποία από την πλευρά τους δεν είναι απλά, αλλά καπιταλιστικά εμπορεύματα, δηλ. εμπορεύματα, η αξία ή, αντιστοίχως, η τιμή των οποίων εμπεριέχει υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, εν συντομία: η εργασία που είναι υπαγμένη στο κεφάλαιο. Και από την ίδια άποψη μη παραγωγική είναι η εργασία, που παράγει είτε απλώς αξίες χρήσης είτε αξίες χρήσης που δεν είναι καπιταλιστικά, αλλά απλά εμπορεύματα, δηλ. εμπορεύματα, η αξία ή, αντιστοίχως, η τιμή των οποίων δεν περιέχει υπεραξία ή, αντιστοίχως, κέρδος, εν συντομία: η εργασία που δεν είναι υπαγμένη στο κεφάλαιο.

Έτσι από την εν λόγω άποψη παραγωγική είναι η εργασία κάθε εργαζόμενου, ο οποίος είναι υπαγμένος, και μη παραγωγική η εργασία κάθε εργαζόμενου, ο οποίος δεν είναι υπαγμένος στο κεφάλαιο. Μη παραγωγική είναι π.χ. η εργασία της νοικοκυράς, της οικιακής βοηθού, του αυτοαπασχολούμενου γεωργού ή του όποιου άλλου αυτοαπασχολούμενου, του δημοσίου υπαλλήλου, του υπαλλήλου δημοσίου οργανισμού και του υπαλλήλου ιδιωτικού οργανισμού μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Το είδος της αξίας χρήσης, που παράγει η εκάστοτε συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία, δεν παίζει κανέναν ρόλο για τον χαρακτηρισμό της ως παραγωγικής ή μη παραγωγικής εργασίας. Συνεπώς παραγωγική ή, αντιστοίχως, μη παραγωγική εργασία δεν είναι ένα συγκεκριμένο είδος χρήσιμης εργασίας, δηλ. ένα είδος συγκεκριμένης χρήσιμης εργασίας. Ο προσδιορισμός «παραγωγική» ή «μη παραγωγική» δεν αφορά την αξία χρήσης, που παράγει η εργασία, στην οποία προσδίδεται αυτός ο προσδιορισμός, κι επομένως ούτε το συγκεκριμένο είδος αξίας χρήσης, που παράγει αυτή η εργασία και, τέλος, κατά συνέπεια ούτε το συγκεκριμένο είδος εργασίας, τη συγκεκριμένη δηλ. εργασία, η οποία παράγει αυτό το συγκεκριμένο είδος αξίας χρήσης.

Ο προσδιορισμός «παραγωγική» ή «μη παραγωγική» δεν αφορά λοιπόν την εργασία ως εκάστοτε συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία, αλλά την εργασία ως εν γένει χρήσιμη, αφηρημένη εργασία, κατ' αφαίρεσιν δηλ. από την συγκεκριμένη χρησιμότητα της και συνεπώς από το συγκεκριμένο είδος αξίας χρήσης που παράγει και δεν χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία ως προς τη συγκεκριμένη χρησιμότητα της, δηλ. ως προς το συγκεκριμένο είδος της αξίας που παράγει, αλλά αυτήν την ίδια ως εν γένει χρήσιμη, αφηρημένη εργασία ως προς τις κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες δαπανάται. Ως εκ τούτου η ίδια συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία, η μαγειρική π.χ. εργασία, είναι μη παραγωγική10, όταν δαπανάται ως οικιακή εργασία, και παραγωγική, όταν δαπανάται ως μισθιακή εργασία υπό το κεφάλαιο σε ένα εστιατόριο· και η συγκεκριμένη εργασία ενός υπαλλήλου είναι μη παραγωγική, όταν δαπανάται σε μια δημόσια υπηρεσία, και παραγωγική, όταν δαπανάται σε μια καπιταλιστική επιχείρηση, π.χ. σε μια τράπεζα.

Τις έννοιες παραγωγική και μη παραγωγική εργασία συζητά in extenso o Marx στα Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής και τις διακρίνει από τις έννοιες της αναπαραγωγικής και της μη αναπαραγωγικής εργασίας αντιστοίχως. Η αναπαραγωγική και μη αναπαραγωγική εργασία ορίζονται εκεί η μεν πρώτη ως εργασία, που παράγει αξίες χρήσης αναγκαίες, η δε δεύτερη ως εργασία, που παράγει αξίες χρήσης μη αναγκαίες για την υλική αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος". Οι δυο αυτοί προσδιορισμοί αφορούν λοιπόν, σε αντίθεση προς τους προσδιορισμούς παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, όχι τις κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες καταβάλλεται η εργασία, αλλά το συγκεκριμένο είδος της χρήσιμης εργασίας, όπως αυτό εξαντικειμενικεύεται στο συγκεκριμένο είδος αξίας χρήσης που παράγει.




5. Το πρόβλημα στο έργο του Μαρξ



Τόσο απλό είναι το όλο ζήτημα. Τις έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας πραγματεύεται όμως ο Marx και σε δύο ακόμη γραπτά του: στον ΠΙο τόμο (Κεφάλαια 16 κ.ε.) του Κεφαλαίου και στο πρώτο Μέρος (Ιο τόμο) των θεωριών για την υπεραξία.

Ο τρόπος ανάγνωσης αυτών των γραπτών του Marx δημιούργησε το ανύπαρκτο κατά τη γνώμη μας πρόβλημα της ορθής ερμηνείας των εν λόγω μαρξικών εννοιών.

Νομίζουμε, ότι η μέχρι τώρα ανάγνωση δεν έχει λάβει υπόψη της δύο πράγματα:

Πρώτο: Ότι ο ΙΙΙος τόμος του Κεφαλαίου αποτελεί σημειώσεις - ούτε καν πρώτη γραφή ενός προς δημοσίευσιν κειμένου, πολύ λιγότερο δε κείμενο για τον τυπογράφο - οι οποίες, ως γνωστόν, γράφτηκαν τόσο πριν από τον Ιο τόμο του Κεφαλαίον]2, το κείμενο του οποίου δούλεψε ο Marx δύο φορές για τον τυπογράφο, μια για την πρώτη και μια με αφορμές τη ρωσική και τη γαλλική μετάφραση και την δεύτερη γερμανική έκδοση, όσο και πριν από τα Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής, τα οποία αποτελούν, ως γνωστόν, το τελευταίο, τελικά μη συμπεριληφθέν σ' αυτόν, κεφάλαιο του Ιου τόμου του Κεφαλαίου13.

To status του Ιου τόμου του Κεφαλαίου και των Αποτελεσμάτων της άμεσης διαδικασίας παραγωγής είναι λοιπόν, αναφορικά με την διασαφήνιση του περιεχομένου των μαρξικών εννοιών, που μας απασχολούν εδώ, προφανώς ανώτερο απ' αυτό του ΙΙΙου τόμου του Κεφαλαίου.

Και τίθεται πράγματι θέμα αξιολόγησης του status αυτών των μαρξικών κειμένων. Διότι στον ΙΙΙο τόμο του Κεφαλαίου περιέχονται αντιφατικές απόψεις για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, οι οποίες έχουν τις εξής δύο πηγές:


α) Ο Marx, καίτοι στον ΠΙο τόμο πραγματεύεται ρητά τη διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου ως ενότητα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας (ο τίτλος του ΙΙΙου τόμου του κεφαλαίου είναι: Η συνολική διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής), στα κεφάλαια αυτού του τόμου, στα οποία αναφέρεται στην παραγωγική και μη παραγωγική εργασία στον καπιταλισμό, θεωρεί, σε αντίφαση προς τον τρόπο πραγμάτευσης της διαδικασίας παραγωγής ως ενότητας της άμεσης διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας που μόλις αναφέραμε (σύμφωνα με τον οποίο η τελευταία αποτελεί στιγμή της συνολικής διαδικασίας της καπιταλιστικής παραγωγής), τη διαδικασία κυκλοφορίας όχι (όπως είναι ορθό και όπως ο ίδιος δηλώνει ότι προτίθεται να κάνει) ως actus purus, αλλά ως υλική διαδικασία, χωριστή από την συνολική διαδικασία παραγωγής ως ενότητα της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας.

β) Ο Marx μάλλον δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει πλήρως το υλικό του και τις πρακτικές εφαρμογές των αντιλήψεων του για την παραγωγική και τη μη παραγωγική εργασία στον τομέα του εμπορίου14.

Τι σημαίνει όμως η πραγμάτευση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως actus purus και γιατί αντιφάσκει στην πρααγμάτευση της συνολικής διαδικασίας παραγωγής του κεφαλαίου ως ενότητας της άμεσης διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας του κεφαλαίου; Η πραγμάτευση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως actus purus είναι ταυτόσημη με την πραγμάτευση αυτής της διαδικασίας κατ' αφαιρετικόν τρόπον ως ενός συνόλου δικαιοπραξιών, που αφορούν αγορές και πωλήσεις εμπορευμάτων και συνεπώς μεταβιβάσεις ιδιοκτησίας αντί αντιτίμου, δηλ. αγορών και πωλήσεων εμπορευμάτων αυτές καθεαυτές, τουτέστιν ως συνόλου πράξεων, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν και υλικές δραστηριότητες παραγωγής υλικών αγαθών και υπηρεσιών. Είναι δηλ. ταυτόσημη με την πραγμάτευση της διαδικασίας κυκλοφορίας ως - μη υλικής - διαδικασίας ανταλλαγής.

Στην πραγματικότητα όμως η διαδικασία κυκλοφορίας είναι υλική διαδικασία παραγωγής, δηλ. μια διαδικασία, η οποία χρησιμοποιεί εργασιακή δύναμη και μέσα παραγωγής και παράγει υλικά αγαθά ή και υπηρεσίες. Ο χονδρέμπορος π.χ., ο οποίος πουλάει σιδερόβεργες για οικοδομές, τις οποίες αγοράζει από ένα εργοστάσιο χαλυβουργίας, παράγει ένα νέο προϊόν, διαφορετικό από τις - από φυσική άποψη ίδιες - σιδερόβεργες του εργοστασίου χαλυβουργίας, χρησιμοποιώντας στην διαδικασία παραγωγής του πλην της εργασιακής δύναμης και άλλες αρχικές και ενδιάμεσες εισροές, τις οποίες προμηθεύεται από άλλους παραγωγούς και στις οποίες ανήκουν πλην άλλων (όπως κτήρια, εξοπλισμός γραφείων, ηλεκτρικό ρεύμα, υπηρεσίες μεταφορών, υπηρεσίες ασφάλισης κ.λπ.) και αυτές οι ίδιες οι σιδερόβεργες του εργοστασίου χαλυβουργίας - οι τελευταίες αποτιμημένες βέβαια σε τιμές εργοστασίου, δηλ. σε τιμές που ισχύουν «στην πόρτα του εργοστασίου».

Ο ίδιος δεν πουλάει, όπως το εργοστάσιο σιδερόβεργες «στην πόρτα του εργοστασίου», στην Θεσσαλονίκη π.χ., αλλά πουλάει τις «ίδιες» σιδερόβεργες στην Αθήνα π.χ. στο εκεί κατάστημα του σε τιμή χονδρεμπόρου, δηλ. σε τιμή, η οποία περιέχει ένα κόστος σε μισθούς και υλικά (στο κόστος σε υλικά περιέχεται και η τιμή εργοστασίου των σιδερόβεργων) και ένα ανάλογο προς το κεφάλαιο του (ανά μονάδα προϊόντος) κέρδος. Η τιμή του χονδρεμπόρου περιέχει λοιπόν μισθούς και κέρδη, δηλ. (προστιθέμενη) αξία, τα οποία δεν περιέχονταν στην τιμή εργοστασίου, αλλά δημιουργήθηκαν στην υλική διαδικασία παραγωγής του χονδρεμπόρου, χειροπιαστό προϊόν της οποίας είναι οι σιδερόβεργες στην Αθήνα και όχι σιδερόβεργες στο εργοστάσιο χαλυβουργίας στην Θεσσαλονίκη14 ™.

Ό,τι ισχύει για τον χονδρέμπορο σε σχέση με το εργοστάσιο χαλυβουργίας ισχύει π.χ. και για τον ιδιοκτήτη μάντρας οικοδομικών υλικών στα Λιόσια. Ο τελευταίος παράγει, χρησιμοποιώντας εργασιακή δύναμη (δική του μόνον ή και ξένη) και άλλες αρχικές και ενδιάμεσες εισροές (μεταξύ των οποίων και τις σιδερόβεργες τον χονδρέμπορου), σιδερόβεργες στα Λιόσια, η τιμή των οποίων περιέχει και μία (προστιθέμενη) αξία πέραν αυτών των (προστιθεμένων) αξιών, οι οποίες παρήχθησαν από εργοστάσιο χαλυβουργίας και από τον χονδρέμπορο15: αυτήν την (προστιθέμενη) αξία που παρήχθη στη μάντρα του.

Η διαδικασία κυκλοφορίας, ως υλική διαδικασία παραγωγής που την περιγράψαμε εδώ, αποτελεί στιγμή της συνολικής διαδικασίας παραγωγής ως ενότητας της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας. Στα πλαίσια λοιπόν μιας θεώρησης της συνολικής διαδικασίας παραγωγής ως ενότητας της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας λόγος για τη διαδικασία κυκλοφορίας έξω απ' αυτήν την ενότητα μπορεί να γίνει μόνον ως για actus purus, δηλ. ως για μη υλική διαδικασία ανταλλαγής.

Μια δυνατή απλούστευση της παραπάνω θεώρησης της συνολικής διαδικασίας παραγωγής συνίσταται στη θεώρηση όχι και των τριών χωριστών διαδικασιών του παραδείγματος μας (των διαδικασιών παραγωγής του εργοστασίου, του χονδρεμπόρου και του λιανοπωλητή), αλλά στην θεώρηση της τελευταίας απ' αυτές ως εμπεριέχουσας και τις δυο άλλες. Αυτό κάνει π.χ.·ο Ricardo, όταν γράφει: «... εκτιμώντες, ε.π., την ανταλλακτικήν αξίαν των περικνημίδων, ευρίσκομεν ότι η αξία των, συγκρινόμενη προς άλλα αγαθά, εξαρτάται εκ της ολικής ποσότητος εργασίας, της αναγκαιούσης προς κατασκευήν και προσαγωγήν των εις την αγοράν. Πρώτον, εκ της αναγκαιούσης εργασίας προς καλλιέργειαν του εδάφους, εφ' ου φύεται ο βάμβαξ· δεύτερον, εκ της εργασίας προς μεταφοράν του βάμβακος εις την χωράν κατασκευής των περικνημίδων, εις ην εργασίαν περιλαμβάνεται τμήμα της καταβληθείσης προς ναυπήγησιν του πλοίου όπερ μετέφερε τον βάμβακα· το τμήμα τούτο της εργασίας υπολογίζεται εις τον ναύλον των εμπορευμάτων τρίτον, εκ της εργασίας του κλώστου και υφαντού· τέταρτον, μέρος της εργασίας του μηχανικού, σιδηρουργού και ξυλουργού, οίτινες ανήγειραν τα κτήρια και κατεσκεύασαν τας μηχανάς, δι ων παρήχθησαν αϊ περικνημίδες, πέμπτον, η εργασία του μικρεμπόρου και πολλών άλλων, ων περιτττεύει η απαρίθμησις»16.

Έτσι άλλο είδος απλούστευσης συνίσταται στην προϋπόθεση ότι το προϊόν πωλεί στους τελικούς παραγωγούς το ίδιο το εργοστάσιο που το παράγει, δηλ. στην προϋπόθεση, ότι δεν υπάρχουν ο χονδρέμπορος και ο λιανοπωλητής - μια προϋπόθεση που κάνει συχνά ο Marx, π.χ. στον Ιο τόμο του Κεφαλαίου. Από την αφαίρεση αυτή προκύπτει αυτό που ο ίδιος ο Marx ονομάζει πραγματική ή υλική ή άμεση διαδικασία παραγωγής.

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι η διαδικασία κυκλοφορεί ως actus purus δεν αφορά μόνον δικαιοπραξίες μιας κάποιας χωριστής σφαίρας κυκλοφορίας (του «εμπορίου»), αλλά δικαιοπραξίες της σφαίρας παραγωγής εν γένει. Διότι, ακόμη κι αν ήθελε να χωρίσει κανείς το «εμπόριο» κ.λπ. από την «παραγωγή», ακόμη και τότε θα παρέμενε το γεγονός, ότι και το εργοστάσιο (χαλυβουργίας στο παράδειγμα μας) πουλάει!





Σημειώσεις:



7.. Για το ότι ο Marx όπου φαίνεται ότι μιλάει για τέτοιες μεταβιβάσεις στην πραγματικότητα μιλάει για κάτι τελείως διαφορετικό, δες Γιώργος Σταμάτης, ό.π., σελ. 55κ.ε.

7.α. Karl Marx, Das Kapital, Bd. I, MEW Bd. 23, σελ. 169κ.ε., 469ε., 531ε. και 614 κ.ε.

8.. Χάριν απλούστευσης υποθέτουμε εδώ, ότι - πράγμα που δεν συμβαίνει - όλοι οι δημόσιοι οργανισμοί πωλούν αντί αντιτίμου τα προϊόντα που παράγουν, δηλ. ότι τα προϊόντα τους είναι εμπορεύματα. Στην πραγματικότητα όμως πολλοί δημόσιοι οργανισμοί παρέχουν τα προϊόντα που παράγουν χωρίς αντίτιμο, συνεπώς αυτά δεν είναι εμπορεύματα και η εργασία των εργαζομένων που τα παρήγαγαν, από την άποψη της διαδικασίας αξιοποίησης, είναι μη παραγωγική εργασία.

9. Για υπεραξία γίνεται λόγος, όταν υποτίθεται ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται στις αξίες τους, και για κέρδος, όταν υποτίθεται ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται στις τιμές τους. Όταν λοιπόν πραγματεύεται κανείς την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία στον καπιταλισμό όχι θεωρητικά, αλλά σε αναφορά προς μια πραγματική καπιταλιστική οικονομία, θα έπρεπε να μιλάει μόνον για κέρδος. Δες θ. Παρασκευόπουλος, Κριτικό Σημείωμα, Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, Τεύχος 2, Άνοιξη 1988, σελ. 174.

10. Η φιλολογία των τελευταίων δεκαετιών, η οποία στρέφεται κατά του γεγονότος ότι η οικιακή εργασία των γυναικών καίτοι χρήσιμη και αναγκαία για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, θεωρείται μη παραγωγική, θα έκανε καλύτερα να εξηγεί αντ' αυτού, γιατί στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής μια συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία, που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και κατά συνέπεια του υποκειμενικού όρου της παραγωγής, που είναι όηλ. χρήσιμη και αναπαραγωγική εργασία, δεν είναι για αυτόν τον τρόπο παραγωγής παραγωγική, αλλά είναι μη παραγωγική εργασία.

11. Δες Georgios Stamalis, Die spezifisch kapitalistischen Produktionsmethoden und der tendenzielle Fall der allgemeinen Profitrate bei Kar! Marx, Berlin 1977, σελ. 308 κ.ε. του ίδιου, Unreproduktive Ausgaben, Staatsausgaben, gesellschaftliche Reproduktion und Profitabilität des Kapitals, Prokla, Nr. 28, Berlin September 1977, σελ. 32 κ.ε. (ελληνική μετάφραση: Μη αναπαραγωγικές δαπάνες, κρατικές δαπάνες, κοινωνική αναπαραγωγή και κερδοφορία του κεφαλαίου, θέσεις, No 6, Αθήνα Γενάρης-Μάρτης 1984, σελ. 52 κ.ε.) και του ίδιου, Προβλήματα Μαρξιστικής Οικονομικής θεωρίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1986, σελ. 259 κ.ε.

12. Στις πρώτες προεργασίες του Κεφαλαίου ανήκουν το χειρόγραφο που έγραψε ο Marx από τον Αύγουστο του 1857 μέχρι τον Ιούνιο του 1858 (και το οποίο εκδόθηκε από το Ινστιτούτο για Μαρξισμό-Λενινισμό στην Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης το 1939-1941 υπό τον τίτλο Grundrisse zur Kritik der politischen Ökonomie) και το Zur Kritik der politischen Ökonomie (το οποίο κυκλοφόρησε το 1859). Το Zur Kritik der politischen Ökonomie προγραμμάτιζε να εκδώσει ο Marx σε τρία τμήματα: 1. Το εμπόρευμα, 2. Το χρήμα, 3. Το κεφαλαίο. Στο Zur Kritik der politischen Ökonomie που εκδόθηκε το 1859 συμπεριλήφθηκαν τα δύο πρώτα τμήματα. Δεν συμπεριλήφθηκε, για λόγους λογοκρισίας, το τρίτο τμήμα. Το 1859-60 ο Marx άρχισε με τις εργασίες για τη συγγραφή αυτού του τρίτου τμήματος, τις διέκοψε για ενάμισι χρόνο και τις ξανάρχισε τον Αύγουστο του 1861. Οι εργασίες αυτές διάρκεσαν μέχρι τα μέσα του 1863. Αποτέλεσμα τους είναι το χειρόγραφο (με τίτλο Zur Kritik der politischen Ökonomie) που εκδόθηκε (ελλιπώς) πρώτα από τον Kautsky και αργότερα από το Ινστιτούτο για Μαρξισμό Λενινισμό στην Κεντρική Επιτροπή του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας με τον τίτλο θεωρίες για την υπεραξία. Στο διάστημα από τα μέσα Αυγούστου του 1863 μέχρι το τέλος του 1865 ο Marx έγραψε ένα ογκώδες χειρόγραφο, το οποίο αποτελεί την πρώτη λεπτομερή γραφή του Κεφαλαίου1. Τον Ιανουάριο του 1866 ο Marx άρχισε την τελική επεξεργασία του αντίστοιχου μέρους του χειρογράφου για την έκδοση του Ιου τόμου του Κεφαλαίου, ο οποίος εκδόθηκε το 1868. Δεν γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό ξαναδούλεψε ο Marx τα αντιστοιχούντα στον ΙΙο και στον ΠΙο τόμο του Κεφαλαίου μέρη του χειρογράφου του 1863-1865.

Σύμφωνα με τον Engels «Μεταξύ 1863 και 1867 ο Marx. .. είχε» μεταξύ άλλων «παράγει τα δύο τελευταία βιβλία [τους δύο τελευταίους τόμους] του Κεφαλαίου im Entwurf», δηλ. υπό μορφή σχεδίου. «... ήδη όμως το 1864 και το 1865 εμφανίστηκαν τα πρώτα σημεία εκείνων των προβλημάτων υγείας, στα οποία οφείλεται το γεγονός, ότι ο Marx δεν μπόρεσε να κάνει ο ίδος την τελική επεξεργασία των κειμένων του ΙΙου και του ΙΙΙου βιβλίου [(τόμου) του Κεφαλαίου}.» (F. Engels, Vorwort [zum dritten Band des Kapital], MEW, Bd. 25, σελ. 11). Μάλλον όμως τα κείμενα που εκδόθηκαν από τον Engels ως ΙΙος και ΙΙΙος τόμος του Κεφαλαίου είναι μέρη του χειρογράφου του 1863-1865. Έτσι το κείμενο του ΙΙΙου τόμου γράφτηκε πριν από αυτό του Ιου τόμου.

13. Σύμφωνα με τον εντεταλμένο από το Ινστιτούτο για Μαρξισμό Λενινισμό στην Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης εκδότη των Αποτελεσμάτων Α. Leontjev, το χειρόγραφο των Αποτελεσμάτων γράφτηκε από τον Marx «σε κάθε περίπτωση μετά» το χειρόγραφο του 18611863 και ορισμένες σελίδες στο τέλος του χειρογράφου γράφτηκαν «χωρίς αμφιβολία το νωρίτερο το 1867». (Δες Karl Marx, Resultate des unmittelbaren Produktionsprozesses, Frankfurt a. M. 1969, σελ. Ill και IV.

14. Το κείμενο του ΙΙΙου τόμου αποτελεί κείμενο «in statu mascendi», όπως λέει ο Engels (ό.π., σελ. 11). Ο Engels παρατηρεί πως, εν διακρίσει προς το κείμενο του ΙΙου τόμου, για τον ΠΙο τόμο «υπήρχε... μόνον ένα πρώτο και, επιπροσθέτως, εξαιρετικά έλλειπες σχέδιο (Entwurf)» (ό.π., σελ. 8). Την αιτία αυτών των αντιφάσεων μόνον ένας επιστήθιος φίλος του Marx, όπως ο Engels, θα είχε το δικαίωμα να αναζητήσει στην υπερκόπωση και στις ασθένειες του Marx (γράφει ο Engels για το χειρόγραφο του ΙΙΙου τόμου του Κεφαλαίου: «Κατ' αρχήν η αρχή κάθε επιμέρους τμήματος ήταν επιμελώς δουλεμένη και τις περισσότερες φορές και στρογγυλεμένη όσον αφορά το γλωσσικό ύφος. Όσο όμως προχωρούσε κανείς, τόσο περισσότερο έπαιρνε τη μορφή σκίτσου η επεξεργασία [της ύλης] και τόσο περισσότερα κενά, τόσο περισσότερες παρεκβάσεις περιείχε για δευτερεύοντα σημεία, που εμφανίζονταν κατά την πορεία της έρευνας, παρεκβάσεις, χάριν των οποίων η τελική θέση αυτών των σημείων επαφίετο σε μια τακτοποίηση της ύλης, η οποία θα ακολουθούσε αργότερα, τόσο μακρύτερες και πιο μπερδεμένες γίνονταν οι περίοδοι, στις οποίες εκφράζονταν οι in statu nascenti σκέψεις. Σε πολλά σημεία ο γραφικός χαρακτήρας και η έκθεση προδίδουν σαφέστατα (nur zu deutlich) την εισβολή και την βαθμιαία πρόοδο μιας από εκείνες τις από υπερκόπωση προερχόμενες κρίσεις ασθένειας, οι οποίες στην αρχή δυσκόλευαν τον συγγραφέα όλο και περισσότερο και τελικά έκαναν κατά καιρούς τελείως αδύνατη την ανεξάρτητη εργασία [δηλ. την εργασία που δεν χρειάζεται να λαβαίνει υπόψη της τίποτα, εδώ συγκεκριμένα: την κατάσταση υγείας].» (ό.π., σελ. 8 και 11)).

Νομίζουμε, ότι τελικά οι εν λόγω αντιφάσεις του ΙΙΙου τόμου οφείλονται - λαμβανομένων υπόψη και όλων των παραπάνω - στο ότι εδώ ο Marx δεν αναφέρεται γενικά στις έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπος με συγκεκριμένες «εφαρμογές» αυτών των εννοιών, όπως π.χ. με το ζήτημα αν η εργασία που είναι υπαγμένη στο εμπορευματικό κεφάλαιο είναι ή δεν είναι παραγωγική. Το σημαντικό ωστόσο είναι ότι ο Marx - όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δείξουμε στα ακόλουθα - όχι μόνον έχει συνείδηση των αντιφάσεων, στις οποίες πέφτει, αλλά και τις «κρατάει» επιφυλάσσοντας, όπως φαίνεται τη λύση τους σε μια περαιτέρω επεξεργασία του χειρογράφου του.

14α. Δες Karl Marx, Das Kapital, Bd. Ill, MEW Bd. 25, σελ. 293.

15. Αυτά ισχύουν βέβαια όχι μόνον για υλικά αγαθά, αλλά και για τις υπηρεσίες των οποίων οι πλησιέστερες προς τον τελικό καταναλωτή φαίνεται σαν να ανήκουν όχι στην κοινωνική διαδικασία παραγωγής αλλά σε μια κάποια διαφορετική από αυτήν κοινωνική διαδικασία κυκλοφορίας, π.χ. για τις υπηρεσίες που παράγουν οι εμπορικές τράπεζες, καίτοι πολλοί νομίζουν, ότι αυτές οι τελευταίες παράγουν αέρα κοπανιστό. Έτσι και ένας εκ των «επιστημονικών» συντελεστών τηλεοπτικής εκπομπής για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία που μεταδόθηκε πριν λίγα χρόνια, όταν ρωτούσε μπροστά σε μια μεγάλη αίθουσα, όπου εργάζονταν υπάλληλοι μιας τράπεζας ρητορικά τους θεατές: «Δουλεύουν και παράγουν αυτοί οι άνθρωποι, τους οποίους βλέπουμε εδώ να κάθονται σε γραφεία με άσπρα χαρτιά μπροστά τους; Δεν ξέρουμε», έχοντας ήδη υποβάλλει την αρνητική απάντηση, θα έκανε όμως καλύτερα, αν, αντί να ρωτάει τους θεατές, ρωτούσε τον διοικητή της τράπεζας που τους πληρώνει.

Αυτός θα του απαντούσε ασφαλώς, ότι δουλεύουν, διότι γι' αυτό τους πληρώνει. Κι αν τον ρωτούσε επίσης, αν είναι χρήσιμη η εργασία τους, θα απαντούσε, ότι παράγει υπηρεσίες, τις οποίες αυτοί, που τις αγοράζουν πληρώνοντας, τις θεωρούν προφανώς χρήσιμες. Και αν τον ρωτούσε ακόμη, αν αυτές οι παραγόμενες υπηρεσίες είναι και για την ίδια τράπεζα χρήσιμες, θα του απαντούσε, ότι ασφαλώς είναι, διότι η πώληση τους της αποφέρει κέρδος, θα του απαντούσε δηλ. ότι η εργασία των υπαλλήλων του είναι χρήσιμη εργασία που παράγει καπιταλιστικά εμπορεύματα, δηλ. ότι παράγει όχι μόνον αξίες χρήσης, αλλά και αξίες χρήσης για άλλους, δηλ. εμπορεύματα, και όχι απλώς απλά, αλλά καπιταλιστικά εμπορεύματα, δηλ. εμπορεύματα, η τιμή των οποίων περιέχει κέρδος.

16. David Ricardo, Αρχαί της Πολιτικής Οικονομίας not Φορολογίας, μετάφραο»σ Νίχου Π. Κωνσταντινίδη, εισαγωγή Δ. Καλιτσουνάκι, Εκδοτικός Οίκος Γκοβόδυη, Αθήνα 1938, σελ.20ε.



Πηγή: Θέσεις